Ζητήματα αποζημίωσης από Τροχαία Ατυχήματα, που έχουν προκύψει στην πράξη για τα οποία δεν υπάρχει ακόμα διαμορφωμένη αντιμετώπισή τους από τη νομολογία

Σχέδιο Εισήγησης στην 6η Επιστημονική Διημερίδα της Ένωσης Νομικών Δικαίου Ιδιωτικής Ασφάλισης και Αστικής Ευθύνης Τροχαίων Ατυχημάτων (Ε.Ν.Δ.Ι.Α.Α.Ε.Τ.Α.) της 3ης και 4ης Οκτωβρίου 2014

Α.- Ερωτάται αν είναι νόμιμη η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των «βιολογικών» Ι (φυσικών) συγγενών (π.χ. γονιών, αδελφών) θανατωθέντος σε τροχαίο δυστύχημα, τέκνου που έχει υιοθετηθεί (με υιοθεσία που έχει γίνει μετά το ν. 2447/1996) ή αν μόνο οι θετοί γονείς του είναι δικαιούχοι τέτοιας αξιώσεως. Και αντίστροφα, το θετό τέκνο δικαιούται της αξιώσεως αυτής σε περίπτωση θανατώσεως του «βιολογικού» γονιού του;
—————————————————————————————-
Για την απάντηση στο τεθέν πιο πάνω ερώτημα, θα πρέπει να ξεκινήσει κανείς από τις προϋποθέσεις που έχει γίνει δεκτό ότι πρέπει να συντρέχουν για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης ψυχικής οδύνης.
Ι. Κατ’ αρχάς, είναι βέβαια γνωστό όσον αφορά το θέμα επιδίκασης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης (ως προς τα πρόσωπα που δικαιούνται την αξίωση αυτή), ότι, κατά το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ, σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου “οικογένεια του θύματος”, προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσεώς του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις εκ των κοινωνικών διαφοροποιήσεων κατά τη διαδρομή του χρόνου. Σύμφωνα δε με την κρατήσασα στη νομολογία άποψη, κατά την αληθή, έννοια της εν λόγω διατάξεως της ΑΚ 932 εδ. 3 ΑΚ, που απορρέει από το σκοπό της θεσπίσεώς της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και προς ανακούφιση του ηθικού πόνου αυτών στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά. Υπό την έννοια αυτή, έχει επικρατήσει και γίνεται τουλάχιστον μέχρι σήμερα δεκτό (ΟλΑΠ 21/2000, βλ. αναλυτικά και Κρητικός «Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα» Δ’ έκδοση 2008 § 20 περ. αριθ. 24 επ), ότι στα πρόσωπα αυτά περιλαμβάνονται:
α) όλοι οι συγγενείς εξ αίματος κατ’ ευθεία γραμμή (άρθρο 1461 εδ. α΄ ΑΚ), δηλαδή τα πρόσωπα που κατάγονται το ένα από το άλλο –ανιόντες/κατιόντες- (γονείς, παππούδες/γιαγιάδες –αλλά και προπαππούδες/προγιαγιάδες, τέκνα, εγγόνια, αλλά και δισέγγονα),
β) οι συγγενείς εξ αίματος σε πλάγια γραμμή (δηλαδή τα πρόσωπα που χωρίς είναι συγγενείς εξ αίματος κατ’ ευθεία γραμμή, κατάγονται από κοινό γεννήτορα), μόνο όμως μέχρι και του δεύτερου βαθμού, άρα μόνο τα αδέλφια (είτε είναι αμφιθαλή = έχουν κοινούς και τους δύο γονείς, είτε είναι ετεροθαλή – έχουν κοινό μόνο τον πατέρα, ή μόνο τη μητέρα),
γ) οι συγγενείς εξ αγχιστείας (έννομη συνέπεια που ιδρύεται με το γάμο μεταξύ του ενός συζύγου και των εξ αίματος συγγενών του άλλου -άρθρο 1462 εδ. α΄ ΑΚ), μόνο όμως μέχρι του πρώτου βαθμού, άρα πεθερός/πεθερά και γαμβρός/νύφη, πατριός/μητριά, προγονός/προγονή (ΑΠ 795/2004 ΕλλΔνη 2006 1346),
δ) στα δικαιούμενα της πιο πάνω αξιώσεως πρόσωπα, περιλαμβάνεται και ο/η σύζυγος. Ας σημειωθεί ότι κατά την απολύτως κρατούσα άποψη (Π.Φίλιος Οικογενειακό Δίκαιο 2009 σελ. 216, Θ. Παπαχρίστου, Εγχειρίδιο Οικογενειακού Δικαίου 2005, 246, Δ. Παπαδοπούλου-Κλαμαρή σε ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου άρθρα 1461-1462 αρ. 59 με περαιτέρω παραπομπές, Β. Βαθρακοκοίλης ΕΡΝΟΜΑΚ σελ. 589, Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό δίκαιο τ. ΙΙ, 2008, σελ. 56, ΑΠ 631/1964 ΝοΒ 13 323 = ΕΕΝ 24, 12 = ΑρχΝ 16 206), δεν δημιουργείται οποιουδήποτε είδους συγγένεια μεταξύ των συζύγων, και βέβαια όχι εξ αίματος, αλλά ούτε και εξ αγχιστείας (γι’ αυτό άλλωστε, μετά την λύση ή ακύρωση του γάμου τους, δεν υπάρχει το κώλυμα να τελέσουν μεταξύ τους οι πρώην σύζυγοι νέο γάμο, δυνατότητα την οποία δεν θα είχαν αν θεωρούντο συγγενείς εξ αγχιστείας). Όμως γίνεται δεκτό, ότι στην έννοια των συγγενών, περιλαμβάνεται εν αμφιβολία και ο σύζυγος (ΑΠ 133/2008 ΤΝΠ ΔΣΑ), μολονότι, όπως προεκτέθηκε κατά νομική ακριβολογία, οι σύζυγοι δεν είναι μεταξύ τους συγγενείς (βλ. έτσι και ΑΕΔ 45/1995 ΤΝΠ ΔΣΑ = ΕλλΔνη 37 573, κατά την οποία, στα συνοικούντα με τον παραλήπτη συγγενικά πρόσωπα στα οποία κατά την 128 § 1 ΚΠολΔ μπορεί να γίνει επίδοση, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, δεν νοούνται μόνον οι κατά το άρθρον 1463 του Αστικού Κώδικα συγγενείς του παραλήπτη, αλλά και οι σύζυγοι),
ε) ακόμα στα πιο πάνω πρόσωπα, κρατούσα τόσο στη θεωρία, όσο και στη νομολογία είναι η άποψη, ότι περιλαμβάνονται και οι μνηστός/μνηστή (Κρητικός «Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα» Δ’ έκδοση 2008 § 20 περ. αριθ. 33 επ., Αθ. Παπαχρίστου, Εγχειρίδιο Οικογενειακού Δικαίου 1988 Κεφ. 1ο αρ. 3 1( in fine) σελ. 20, Κουμάντος ΟικΔικ. Ι. 1988 Κεφ. 1ο αρ. 3.1.3.4. σελ/ 29. Απ. Γεωργιάδης στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου VII άρθρο 1346 αρ. 22, Σπυριδάκης, ΕγχΑστΔ Τόμος 4ος (ΟικΔ), αρ. 218 σελ 37, Β. Βαθρακοκοίλης Το Νέο ΟικΔ 2000 Κατ’ άρθρο ερμηνεία, άρθρο 1346 αρ. 11 σελ. 32, Πατεράκη «Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης» 2001 σελ. 303, υποσ. 1, ΑΠ 43/2012 ΝοΒ 2012 1474, ΑΠ 1541/2009 ΧρΙΔ 2010 528, ΑΠ 1141/2007 ΝοΒ 2007 2334, ΑΠ 1071/2002 ΧρΙΔ 2002 909, ΑΠ 614/1995 ΝοΒ 1996 246, ΕφΙωαν 180/2011 ΕπιθΣυγκΔ 2012 328, ΕφΑθ 5675/2004 ΕπιθΣυγκΔ 2005 368). Ως προς τη νομική θεμελίωσή της, υποστηρίζεται ότι η αόριστη έννοια της «οικογένειας» της ΑΚ 932 εδ. γ΄ πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως, ώστε να εντάσσονται όλα τα πρόσωπα τα οποία συνδέονται με το θύμα με στενό οικογενειακό δεσμό, με την έννοια του στενού δεσμού οικογένειας και αγάπης (ουσιαστικό κριτήριο), η ύπαρξη του οποίου είναι ζήτημα πραγματικό και θα κρίνεται ανέλεγκτα από το Δικαστήριο ενόψει κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως (Ι. Πιτσιρίκος σε Ι. Καράκωστα «Αστικός Κώδικας», στο άρθρο 1346 σελ. 17 περ. αρ. 48). Έτσι στο πλαίσιο της διευρυμένης αυτής προσέγγισης με βάση το πιο πάνω ουσιαστικό κριτήριο, κρατεί στη θεωρία και νομολογία η άποψη για την ένταξη στην «οικογένεια» της ΑΚ 932, των μνηστών (Ι. Πιτσιρίκος ο.π.π. με αναλυτικές παραπομπές σε θεωρία και νομολογία). Στο ίδιο αποτέλεσμα καταλήγει και η παρεμφερής θέση κατά την οποία κρίσιμο για την ένταξη του μνηστού στην έννοια της «οικογένειας» της ΑΚ 932 εδ. γ΄, δεν είναι τόσο το προαναφερθέν ουσιαστικό κριτήριο των στενών δεσμών συγγένειας και αγάπης, αλλά κυρίως το τυπικό κριτήριο της υπάρξεως μεταξύ των μνηστών de facto σχέσης συγγένειας, λόγω του ότι η μνηστεία είναι ιδιόρρυθμη σύμβαση που δημιουργεί «οιονεί οικογενειακή σχέση» (Ι. Πιτσιρίκος ο.π.π. σελ. 49, με αναλυτικές παραπομπές σε θεωρία και νομολογία). Εξάλλου από μερίδα της νομολογίας, γίνεται επίκληση και του τυπικού και του ουσιαστικού κριτηρίου (ΕφΑθ 6862/2007 ΕλλΔνη 49 822), ενώ υποστηρίζεται και η υπαγωγή των μνηστών στην έννοια της «οικογένειας» και με το ερμηνευτικό επιχείρημα της αναλογικής εφαρμογής της ΑΚ 932 εδ. γ΄ λόγω της συνδρομής του ουσιαστικού κριτηρίου (Έτσι κατά την ΑΠ 1071/2002 ΤΝΠ ΔΣΑ: «…Ειδικά σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη μπορεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 εδ. γ ΑΚ, να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος. Στην τελευταία διάταξη δεν προσδιορίζεται η έννοια της «οικογένειας» του θύματος, στην οποία περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς με αυτόν συνδεόμενοι συγγενείς του (Ολ.ΑΠ 762/92), όχι δε και οι μνηστοί, οι οποίοι όμως πρέπει, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της ως άνω διατάξεως, ως πρόσωπα συνδεόμενα με το θύμα με στενή σχέση αγάπης και αφοσίωσης να δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση για την εξισορρόπηση των δημιουργούμενων από την απώλεια του θύματος δυσμενών καταστάσεων και συνεπειών…»). Άλλωστε, όπως χαρακτηριστικά παρατηρείται (Ι. Πιτσιρίκος ο.π.π. σελ. 49, περ. αριθ. 18), η μνηστεία συνιστά και de facto ουσιαστική προϋπόθεση για την κατάρτιση ορισμένων συμβάσεων που μόνον σε σχέση με κάποιον επικείμενο γάμο μπορούν να καταρτισθούν, όπως η κατά την ΑΚ 1403 σύμβαση για την επιλογή κοινοκτημοσύνης, ή η κατά την ΑΚ 1505 § 1 συμφωνία για τον προσδιορισμό του επωνύμου του παιδιού, δηλαδή συμφωνίες προβλεπόμενες από το νόμο, που η κατάρτισή τους προηγείται του γάμου και αποτελούν τεκμήριο για τη σύναψη σχέσης μνηστείας μεταξύ των συμβαλλόμενων [χαρακτηριστικό, ότι και στον Ποινικό Κώδικα, στη μεν ΠΚ 378 περίπτωση α΄ προβλέπεται ότι η κλοπή και η υπεξαίρεση μεταξύ μνηστών συνιστά υφαίρεση, στην ΠΚ 231 § 2 ορίζεται, ότι περιλαμβάνεται στα πρόσωπα που μένουν ατιμώρητα στο αδίκημα υπόθαλψης εγκληματία αν αυτό τελέστηκε «υπέρ κάποιου οικείου», όπως το ίδιο και στην ΠΚ 232 § 2 που αφορά την παράλειψη αναγγελίας μετά από αξιόπιστη γνώση ότι μελετάται η τέλεση κακουργήματος, ή άρχισε η εκτέλεσή του, καθώς και στην ΚΠολΔ 52 § 1 αρ. β΄, με την οποία προβλέπεται λόγος εξαιρέσεως δικαστών και υπαλλήλων της γραμματείας, στην περίπτωση που είναι ή υπήρξαν μνηστήρες με κάποιον από τους διαδίκους]. Ενώ σε αντιδιαστολή της σχέσης της μνηστείας προς την ελεύθερη ένωση, η πρόσφατη νομολογία δέχεται ότι στα μέλη της «οικογένειας» του θύματος «…δεν περιλαμβάνονται και τα πρόσωπα εκείνα τα οποία συζούσαν με αυτό σε κατάσταση ελεύθερης συμβίωσης, χωρίς καμιά πρόθεση για μελλοντική σύναψη γάμου…» (ΑΠ 775/2011 ΕλλΔνη 2012 962 = ΧρΙΔ 2012 181 = ΝοΒ 2012 330 = ΕπιθΣυγκΔ 2011 511, ΑΠ 1541/2009 ΧρΙΔ 2010 528, ΑΠ 434/2005 ΕλλΔνη 46 1062), συναγομένου έτσι εξ αντιδιαστολής, σύμφωνα με την απόφαση αυτή, ότι αν τα πρόσωπα αυτά είχαν τέτοια πρόθεση για μελλοντική σύναψη γάμου, η οποία βέβαια παραπέμπει σε σχέση μνηστείας, θα ήταν δυνατό να δικαιούνται της πιο πάνω αξιώσεως (εφόσον βέβαια, δεν πρόκειται για ελεύθερη συμβίωση μακράς διάρκειας για την οποία δύσκολα θα μπορούσε να γίνει δεκτό κάτι τέτοιο, έτσι Κρητικός «Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα», Δ’ έκδοση 2008 § 20 περ. αριθ. 35). Όπως και στη θεωρία χαρακτηριστικά σημειώνεται: «η ελεύθερη συμβίωση δεν αποτελεί υπό τις σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες συγκρίσιμη σχέση προς τη μνηστεία που αποτελεί την αναγνωριζόμενη από το δίκαιο (ΑΚ 1346) προβαθμίδα του γάμου και της οικογένειας» (Κρητικός, ο.π.π. § 20 περ. αριθ. 34). Ωστόσο διαφορετική πιστεύω αντιμετώπιση θα πρέπει να έχει (και ίσως στο μέλλον έχει), η περίπτωση συνάψεως του «συμφώνου συμβιώσεως», που προβλέπεται στο Ν. 3719/2008, το οποίο έχει πανηγυρικό τύπο, αφού προϋποθέτει κατάρτιση συμβολαιογραφικού εγγράφου και κατάθεσή του στον αρμόδιο ληξίαρχο και αποτελεί συμφωνία μεταξύ δύο ενήλικων ετερόφυλων προσώπων με την οποία οργανώνουν τη συμβίωσή τους και για τη κατάρτιση του οποίου προβλέπονται αρνητικές προϋποθέσεις, παρόμοιες με αυτές των κωλυμάτων γάμου. Με αυτό είναι δυνατή η κατοχύρωση νομικά των ζευγαριών που συμβιώνουν χωρίς να έχουν τελέσει γάμο και τα οποία καλύπτονταν συνταγματικά μόνο από το άρθρο 5 § 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας (δεν περιλαμβάνονται όμως στο σύμφωνο συμβίωσης τα ομόφυλα ζευγάρια, που μόνη κάλυψη έχουν από τον εθνικό νομοθέτη, το αμέσως πιο πάνω άρθρο 5 § 1 του Συντάγματος, καθώς και το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος, για την αρχή της ισότητας. Ας σημειωθεί, ότι γι’ αυτά ήδη υπάρχει καταδίκη της Ελλάδας, από το ΕΔΔΑ, στην υπόθεση Βαλιανάτος κατά Ελλάδος, για παραβίαση των άρθρων 8 και 14 της ΕΣΔΑ, λόγω της διαφορετικής μεταχείρισης ως προς τα ομόφυλα ζευγάρια με το πιο πάνω Ν. 3719/2008, που βασίζεται στο σεξουαλικό προσανατολισμό).
στ) Τέλος στα πρόσωπα που δικαιούνται αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, περιλαμβάνονται αδιαμφισβήτητα και αυτά που απέκτησαν σχέση συγγένειας μετά από υιοθεσία (ενδεικτικά μεταξύ άλλων, Κρητικός «Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα» Δ’ έκδοση 2008 § 20 περ. αριθ. 25, Πατεράκης «Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης» 1995 σελ. 305). Η συγγένεια που ιδρύεται από την υιοθεσία ονομάζεται και πλασματική, τεχνητή, συμβατική νομική συγγένεια ή θετή συγγένεια (Δ. Παπαδοπούλου-Κλαμαρή σε ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου αρ. 39, Μ. Πρώιου σε Ι. Καράκωστα «Αστικός Κώδικας», στο άρθρο 1461 σελ. 650 περ. αρ. 12). Η νομική συγγένεια που ιδρύεται με την υιοθεσία είναι ίδια με εκείνη που δημιουργείται από τη σχέση γονέα προς τέκνο (ΑΠ 576/1967 ΝοΒ 16 174).
– Οπότε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, όσον αφορά τα πρόσωπα που κατ’ αρχάς περιλαμβάνονται στην αόριστη έννοια του όρου «οικογένεια» της ΑΚ 932 εδ. γ΄ ΑΚ και έτσι πληρούν την τυπική προϋπόθεση (τυπικό κριτήριο) να είναι δικαιούχα της αξιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεως ψυχικής οδύνης, το κρίσιμο στοιχείο για την ένταξή τους, είναι η ύπαρξη του κατά τα πιο πάνω συγγενικού δεσμού τους με τον θανατωθέντα. Ενώ ακόμα και σ’ αυτή την περίπτωση των μνηστών, όπως φαίνεται με βάση όσα προεκτέθηκαν κρίσιμο στοιχείο που επιτρέπει και σ’ αυτά να συμπεριληφθούν στα δικαιούχα της πιο πάνω αξιώσεως πρόσωπα, μολονότι δεν υπάρχει (ακόμα) ο συγγενικός τους δεσμός με τον θανατωθέντα, είναι ακριβώς ότι η μνηστεία αποτελεί σύμβαση για μελλοντικό γάμο (1346 ΑΚ) και έτσι απόκτησης με το μελλοντικό γάμο, της ιδιότητας του/της συζύγου, οι οποίοι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν περιλαμβάνονται στην έννοια των συγγενών (ΑΠ 133/2008 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΕΔ 45/1995 ΤΝΠ ΔΣΑ = ΕλλΔνη 37 573), μολονότι, κατά νομική ακριβολογία, οι σύζυγοι δεν είναι μεταξύ τους συγγενείς.
Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί, ότι η επιδίκαση της από το άρθρο 932 εδ. γ΄ ΑΚ προβλεπόμενης χρηματικής ικανοποίησης στα δικαιούμενα πιο πάνω πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της ύπαρξης, κατ’ εκτίμηση του δικαστή της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής (ουσιαστικό κριτήριο), η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων ή κάποιου από αυτούς, από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης (ΟλΑΠ 21/2000).
Συνεπώς (σύμφωνα τουλάχιστον με τα μέχρι σήμερα κρατούντα) για να είναι νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη μια τέτοια αξίωση, θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά και οι δύο προϋποθέσεις (και τα δύο κριτήρια), ήτοι τόσο η τυπική προϋπόθεση του «συγγενικού» δεσμού (υπό τις προεκτεθείσες διακρίσεις) με τον θανατωθέντα, όσο και η ουσιαστική προϋπόθεση των αμοιβαίων αισθημάτων αγάπης και στοργής. Και αντίστροφα, μόνη η συνδρομή της μιας των δύο παραπάνω προϋποθέσεως δεν αρκεί. Έτσι μόνη η απόδειξη των αδιαμφισβήτητων αμοιβαίων αισθημάτων αγάπης και στοργής με τον θανατωθέντα (όσο βαθύτατα κι είναι αυτά) δεν αρκεί για να κριθεί βάσιμη μια τέτοια αξίωση (βλ. έτσι για τα πρόσωπα εκείνα τα οποία συζούσαν με τον θανατωθέντα σε κατάσταση ελεύθερης συμβίωσης, μεταξύ άλλων και ΑΠ 434/2005 ΕλλΔνη 46 1062), αν δεν συντρέχει και η συνδρομή της τυπικής προϋπόθεσης του «συγγενικού» δεσμού (υπό τις προεκτεθείσες διακρίσεις και έννοια), η έρευνα μάλιστα για τη διαπίστωση της οποίας πρέπει να προηγηθεί της έρευνας για την συνδρομή της ουσιαστικής προϋποθέσεως της ύπαρξης των αμοιβαίων αισθημάτων αγάπης και στοργής.

ΙΙ. Μετά τα παραπάνω, που έχουν ήδη αντιμετωπισθεί, τόσο από τη θεωρία όσο και από τη νομολογία, θα επιχειρηθεί η απάντηση στο τεθέν πιο πάνω ερώτημα, που αποτελεί βασικό αντικείμενο της παρούσας εισηγήσεως, αφού γίνουν οι ακόλουθες διακρίσεις:

α. Υιοθεσία ενηλίκων
Όσον αφορά την υιοθεσία ενηλίκων, η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα, για την αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, σε σχέση με τους βιολογικούς γονείς, είναι βέβαια ευχερής, προκύπτουσα από τη διατύπωση των σχετικών διατάξεων 1579 έως 1588 ΑΚ που ρυθμίζουν τα της υιοθεσίας ενηλίκων. Έτσι σύμφωνα με τη γραμματική διατύπωση της διάταξης του άρθρου 1584 ΑΚ (όπως ισχύει): «Με την τέλεση υιοθεσίας, το θετό τέκνο και οι κατιόντες του που γεννήθηκαν μετά την υιοθεσία έχουν θέση κοινού τέκνου και κοινών κατιόντων και των δύο συζύγων. Ο δεσμός του θετού τέκνου με τον άλλο φυσικό γονέα του και τους συγγενείς του διατηρείται». Ενώ παραπέρα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1585 ΑΚ «Με την υιοθεσία του άρθρου 1579 δεν παράγεται καμιά σχέση συγγένειας μεταξύ του θετού τέκνου και των συγγενών εκείνου που υιοθέτησε και αντίστροφα».
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, η υιοθεσία ενηλίκων είναι ατελής μορφή υιοθεσίας υπό την έννοια, ότι δημιουργεί περιορισμένο συγγενικό δεσμό μεταξύ του θετού τέκνου και του θετού του γονέα, χωρίς επιπτώσεις στους περαιτέρω συγγενείς του τελευταίου. Όμως και οι συγγενικοί δεσμοί του θετού τέκνου με τη φυσική του οικογένεια διατηρούνται. Οι κατιόντες του θετού τέκνου που θα γεννηθούν μετά την υιοθεσία συνδέονται με συγγενικό δεσμό με το θετό γονέα.
Οπότε, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, δεν δημιουργούνται προβληματισμοί, όσον αφορά τη σχετική αξίωση, σε περίπτωση θανατώσεως είτε του υιοθετηθέντος ενηλίκου τέκνου, είτε του φυσικού (βιολογικού) γονιού του. Έτσι και ο φυσικός γονιός (καθώς άλλωστε και οι λοιποί φυσικοί συγγενείς του, όπως π.χ. αδέλφια του), σε περίπτωση θανατώσεως του υιοθετηθέντος περιλαμβάνεται στα δικαιούχα πρόσωπα (στα οποία περιλαμβάνονται βέβαια και οι θετοί γονείς του, όχι όμως και οι συγγενείς των θετών γονιών του) και αντίστροφα το θετό ενήλικο τέκνο, σε περίπτωση θανατώσεως φυσικού γονιού του (όπως άλλωστε και άλλου εκ των φυσικών συγγενών του, δηλαδή προσώπου υπαγόμενου κατά τα πιο πάνω στην αόριστη έννοια της οικογένειας της ΑΚ 932), περιλαμβάνεται κατ’ αρχάς και αυτό στα πρόσωπα που δικαιούται την πιο πάνω αξίωση.

β. Υιοθεσία ανηλίκων
– Ως προς αυτές που έγιναν πριν τις 30/12/1996 (οπότε άρχισε να ισχύει ο ν. 2447/1996)
Όσον αφορά την υιοθεσία ανηλίκων, θα πρέπει κατ’ αρχάς να επισημανθεί, ότι εντελώς διαφορετική ήταν η αντιμετώπισή της, πριν το ν.2447/1996 και μετά το νόμο αυτόν, ο οποίος επέφερε ριζοσπαστική αλλαγή στο ζήτημα των εννόμων αποτελεσμάτων της υιοθεσίας ανηλίκων, με σημαντικότερη την πλήρη διακοπή κάθε δεσμού του υιοθετούμενου ανήλικου με την φυσική του οικογένεια και την πλήρη ένταξή του, στην οικογένεια των θετών γονέων.
Έτσι μετά την έναρξη ισχύος ν.2447/1996 (30.12.1996), καταργήθηκε η διάταξη του μέχρι τότε ισχύοντος άρθρου 1583 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία «τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από τη συγγένεια μεταξύ του θετού τέκνου και της φυσικής του οικογένειας μένουν αμετάβλητα, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά». Όσον όμως αφορά τις υιοθεσίες που είχαν λάβει χώρα μέχρι τότε, με τη διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 57 του Κώδικα, που κυρώθηκε με το ν. 2447/1996, ορίζεται, στην § 1: “Με εξαίρεση τις ρυθμίσεις που ακολουθούν, υιοθεσίες που έγιναν πριν από την έναρξη της ισχύος αυτού του νόμου διέπονται ως προς το κύρος τους και τα έννομα αποτελέσματα από το έως τώρα δίκαιο. Οι διατάξεις όμως των άρθρων 1569 έως 1577 του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται και στις υιοθεσίες που τελέσθηκαν υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς” και στην § 3 “Στις περιπτώσεις υιοθεσιών ανηλίκων που έγιναν πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, ο θετός γονέας έχει το δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο, με αίτησή του που δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, την πλήρη ένταξη του τέκνου στην οικογένειά του, σύμφωνα με τα άρθρα 1561 έως 1566 του Αστικού Κώδικα. Για την αλλαγή αυτή πρέπει να συναινεί και το τέκνο που συμπλήρωσε το δωδέκατο έτος της ηλικίας του και σε κάθε περίπτωση πρέπει, ανάλογα με την ωριμότητα του, να ακούεται η γνώμη του. Για τη συναίνεση ή την ακρόαση του θετού τέκνου τηρείται η διαδικασία της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 800 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας”. Με την παραπομπή της τελευταίας διάταξης στα άρθρα 1561 έως 1566 ΑΚ καθίσταται σαφές, ότι η ως άνω πλήρης ένταξη συνεπάγεται αναγκαία και την αποκοπή των δεσμών του θετού τέκνου με τη φυσική του οικογένεια. Πρόθεση, επομένως, του νομοθέτη είναι να παράσχει ένα χωρίς προθεσμία ένδικο βοήθημα με το οποίο θα επιδιώκεται η μετάπλαση της ατελούς υιοθεσίας ανηλίκου του προϊσχύσαντος δικαίου σε πλήρη του νέου. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, ότι οι υιοθεσίες που αφορούν ανήλικο και έγιναν υπό το κράτος του προϊσχύσαντος του Ν.2447/1996 δικαίου, διέπονται ως προς τα αποτελέσματά τους από το δίκαιο τούτο (προισχύσαν), εφόσον ο θετός γονέας δεν έχει ζητήσει, κατά την παρ.3 του ως άνω άρθρου 57 του Κώδικα, την πλήρη ένταξη του θετού τέκνου στην οικογένειά του. Ας σημειωθεί, ότι υπάρχει σχετική διχογνωμία, ως προς το εάν η πιο πάνω ρύθμιση αφορά όλα τα αποτελέσματα της υιοθεσίας (αυτό δέχεται contra στην κρατούσα νομολογία, η ΑΠ 451/2011 ΝοΒ 2011 2124 με παρατηρήσεις και σύμφωνα σχόλια Ζ. Τσολακίδη), ήτοι τόσο τα «άμεσα», δηλαδή τα αναγόμενα αποκλειστικά στην ύλη του οικογενειακού δικαίου (όπως, π.χ. η διατροφή, η επιμέλεια, αλλά και η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης), όσο και τα «έμμεσα», δηλαδή αυτά που σχετίζονται απλά με την υιοθεσία ή απορρέουν έμμεσα απ’ αυτήν, όπως είναι ιδίως οι σχέσεις του κληρονομικού δικαίου (τη διάκριση αυτή, δέχεται η κρατούσα νομολογία, κατά την οποία, σύμφωνα με τη διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 57 § 1 του κυρωμένου με το ν. 2447/1996 σχεδίου νόμου (κώδικα) οι υιοθεσίες που έγιναν “…πριν από την έναρξη της ισχύος του νόμου διέπονται, ως προς το κύρος τους και τα έννομα αποτελέσματα τους, από το έως τώρα δίκαιο”. Διαχρονικού δικαίου διατάξεις γενικότερης σημασίας περιέχονται και στον ΕισΝΑΚ, οι οποίες δεν καλύπτουν μόνο τις σχέσεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ δικαίου, αλλά εφαρμόζονται αναλογικά για την επίλυση θεμάτων διαχρονικού δικαίου που ανακύπτουν από την εισαγωγή και νεότερων του ΑΚ νομοθετημάτων αστικού δικαίου. Η παραπάνω διάταξη του άρθρου 57 § 1 του κυρωμένου με το ν. 2447/1996 κώδικα είναι ταυτόσημη με τη διαχρονική ρύθμιση του άρθρου 88 § 1 ΕισΝΑΚ, σύμφωνα με την οποία η αναγνώριση ή η νομιμοποίηση τέκνου και η υιοθεσία που έγιναν πριν από την εισαγωγή του ΑΚ διέπονται ως προς το κύρος και τα έννομα αποτελέσματα τους από το έως τότε δίκαιο. Κατά την ερμηνεία της ρυθμίσεως αυτής έχει γίνει δεκτό ότι ως έννομα αποτελέσματα, στα οποία η ρύθμιση αναφέρεται, είναι μόνο τα συνδεόμενα ευθέως με τη νομική πράξη της υιοθεσίας, δηλαδή τα αναγόμενα στην ύλη του οικογενειακού δικαίου, όπως η διατροφή, η επιμέλεια κ.λπ., ενώ δεν καλύπτονται από τη ρύθμιση περαιτέρω έννομες συνέπειες, που σχετίζονται απλώς με την υιοθεσία ή απορρέουν εμμέσως από αυτή, όπως είναι κυρίως οι σχέσεις του κληρονομικού δικαίου, οι οποίες διαχρονικώς διέπονται από τον κανόνα του άρθρου 92 εδ. α’ ΕισΝΑΚ. Η λύση αυτή, η οποία εξασφαλίζει την ενότητα του διαχρονικού κληρονομικού δικαίου και ενισχύεται με συγκριτικό επιχείρημα από τα άρθρα 75 και 87 του κυρωμένου με το ν. 1329/1983 σχεδίου νόμου (κώδικα) πρέπει να γίνει δεκτή και κατά την ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 57 § 1 του κώδικα που κύρωσε ο ν. 244/1996, αφού ο σκοπός και της διατάξεως αυτής είναι ο ίδιος, δηλ. να διαφυλάξει οπωσδήποτε μετά την αλλαγή του δικαίου της υιοθεσίας τα άμεσα μόνο αποτελέσματα των υιοθεσιών, που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του νέου δικαίου για τις υιοθεσίες. Έτσι, σε περίπτωση υιοθεσίας που η οριστική γι’ αυτήν δικαστική απόφαση εκδόθηκε πριν τεθεί σε εφαρμογή το νέο δίκαιο (30.12.1996) και στη συνέχεια, δηλαδή πριν την εφαρμογή του, απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη ο φυσικός γονέας, το επιζόν φυσικό τέκνο έχει κληρονομικό δικαίωμα κατά την πρώτη τάξη της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής (άρθρο 1813 σε συνδυασμό με το νέο άρθρο 1561), αφού αυτό είναι το ισχύον κληρονομικό δίκαιο με βάση τη διάταξη του άρθρου 92 εδ. α’ ΕισΝΑΚ, από την οποία σαφώς προκύπτει ότι οι σχέσεις κληρονομικού δικαίου κρίνονται κατά το (εκάστοτε) δίκαιο του ΑΚ. Βλ. έτσι μεταξύ άλλων και ΑΠ 868/2013 ΝοΒ 61 2500). Πάντως, υπό οποιαδήποτε από τις δύο εκφρασθείσες στη Νομολογία εκδοχές, ως προς τα «άμεσα» και «έμμεσα» αποτελέσματα της υιοθεσίας ανηλίκου που έγινε υπό το κράτος του προισχύσαντος του ν. 2447/1996, δικαίου, δεν αμφισβητείται, τουλάχιστον όσον αφορά τα άμεσα αποτελέσματα (στα οποία περιλαμβάνεται και η ενδιαφέρουσα εδώ αξίωση της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης), ότι αυτά διέπονται από το δίκαιο τούτο (δηλαδή, το προισχύσαν).

Συνεπώς, όσον αφορά τις υιοθεσίες ανηλίκων που έγιναν πριν τις 30/12/1996, οπότε άρχισε να ισχύει ο ν. 2447/1996, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 1583 ΑΚ (όπως αυτή ίσχυε πριν αντικατασταθεί από το Ν. 2447/96) σε σχέση με το πιο πάνω ερώτημα της παρούσας εισηγήσεως, το θετό τέκνο περιλαμβάνεται στα πρόσωπα που είναι κατ’ αρχάς δικαιούχα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανατώσεως του φυσικού γονιού του και αντίστροφα το ίδιο και ο φυσικός γονιός του σε περίπτωση θανατώσεως του θετού τέκνου, έστω και αν η θανάτωση έλαβε χώρα μετά την 30-12-1996, οπότε άρχισε η εφαρμογή του ν.2447/1996, εκτός βέβαια αν υποβλήθηκε η προβλεπόμενη σύμφωνα με τη διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 57 του Κώδικα, που κυρώθηκε με το ν. 2447/1996, αίτηση για την πλήρη ένταξη του τέκνου στην οικογένεια του υιοθετήσαντος, οπότε θα ισχύουν τα όσα παρακάτω αναπτύσσονται, σε σχέση με την υιοθεσία ανηλίκων μετά την 30/12/2006, δηλαδή, σύμφωνα με τα άρθρα 1561 έως 1566 του Αστικού Κώδικα.

γ. Ως προς τις υιοθεσίες που έγιναν μετά τις 30/12/1996, οπότε άρχισε να ισχύει το ν. 2447/1996
1. Σύμφωνα με τη γραμματική διατύπωση της σχετικής διάταξης του άρθρου 1561 ΑΚ (όπως ισχύει μετά το ν.2447/1996): «Με την υιοθεσία διακόπτεται κάθε δεσμός του ανήλικου με τη φυσική του οικογένεια, με εξαίρεση τις ρυθμίσεις περί κωλυμάτων γάμου των άρθρων 1356 και 1357 και ο ανήλικος εντάσσεται πλήρως στην οικογένεια του θετού γονέα του. Έναντι του θετού γονέα και των συγγενών του ο ανήλικος έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τέκνου, γεννημένου σε γάμο. Το ίδιο ίδιο ισχύει και για τους κατιόντες του θετού τέκνου. Σε περίπτωση ταυτόχρονης ή διαδοχικής υιοθεσίας περισσοτέρων, δημιουργείται μεταξύ τους συγγένεια, όμοια με αυτήν που υπάρχει μεταξύ αδελφών».
Με τη διάταξη του παραπάνω άρθρου, όπως και στην Εισηγητική Έκθεση του κυρωθέντος σχεδίου νόμου αναφέρεται, εισήχθη ριζοσπαστική αλλαγή στο ζήτημα των έννομων αποτελεσμάτων της υιοθεσίας με την πλήρη διακοπή κάθε δεσμού του ανήλικου με τη φυσική του οικογένεια και την πλήρη ένταξη του στην οικογένεια των θετών γονέων. Εφόσον λοιπόν μετά την υιοθεσία δεν υφίσταται οικογενειακός δεσμός του υιοθετούμενου με τη φυσική του οικογένεια, αυτός στερείται όλων των εκ συγγενείας απορρεόντων δικαιωμάτων του.
Αυτό σημαίνει ότι με την υιοθεσία διακόπτεται κάθε νομικός δεσμός του υιοθετούμενου με τους φυσικούς συγγενείς του και αυτό εντάσσεται πλήρως στην οικογένεια του θετού του γονέα. Μάλιστα το θετό τέκνο δεν έχει ούτε κληρονομικά δικαιώματα, ούτε δικαίωμα διατροφής έναντι των φυσικών του γονέων (ΑΠ 868/2013 Νόμος).
2. Ας σημειωθεί, ότι με πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [I.S. v. Germany (Προσφυγή 31021/08, Απόφαση 5.6.2014)], απορρίφθηκε προσφυγή που άσκησε κατά της Γερμανίας, γερμανίδα υπήκοος, επικαλούμενη παραβίαση από τον εθνικό δικαστή του άρθρου 8 της Ε.Σ.Δ.Α. (Δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής), επειδή τα εθνικά δικαστήρια, δεν είχαν κάνει δεκτό το αίτημά της για επικοινωνία της με τα δύο δίδυμα φυσικά τέκνα της, τα οποία είχαν με τη συναίνεσή της υιοθετηθεί. Ειδικότερα η προσφεύγουσα, ενώ ήταν έγγαμη, από εξωσυζυγικό δεσμό της απέκτησε δίδυμα. Ενόψει της διαμορφωθείσας καταστάσεως, της αρνητικής στάσης του συζύγου της και της δικής της ψυχολογικής πίεσης, τοποθέτησε τα δίδυμα σε ανάδοχη οικογένεια, λίγο μετά τη γέννησή τους, ενώ στη συνέχεια, συναίνεσε γραπτώς στην υιοθεσία τους, για την οποία ολοκληρώθηκε η προβλεπόμενη δικαστική διαδικασία από το αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα δε με τα πρακτικά της σχετικής δίκης, τα διάδικα μέρη είχαν συμφωνήσει σε ένα (προβλεπόμενο από το γερμανικό δίκαιο) «μεικτό τύπο υιοθεσίας» που περιελάμβανε την υποχρέωση των θετών γονιών, να υποβάλουν προς τη φυσική μητέρα, ετήσια αναφορά για την πρόοδο των δύο θετών παιδιών. Μετά περίπου από ένα έτος, η φυσική (βιολογική) μητέρα προσέφυγε δικαστικά, ζητώντας αφενός μεν να αναγνωρισθεί, ότι η συναίνεσή της είχε δοθεί κάτω από την ψυχολογική κατάσταση και συναισθηματική πίεση που βρισκόταν και ότι έτσι θα έπρεπε αυτή να ακυρωθεί και αφετέρου, επικουρικά, να αναγνωριστεί το δικαίωμά της επικοινωνίας της με τα δύο πιο πάνω φυσικά παιδιά της και αυτό το δικαίωμά της να τύχει δικαστικής προστασίας. Τα εθνικά δικαστήρια, απέρριψαν τα αιτήματά της ως προς όλα τα σκέλη τους, κρίνοντας ότι η προσφεύγουσα είχε στερηθεί το δικαίωμα της επικοινωνίας, ως αποτέλεσμα της υιοθεσίας, ενώ αμφισβήτησαν για το εάν είχε δημιουργηθεί «οικογενειακή» σχέση, μεταξύ της προσφεύγουσας και των παιδιών της, ενόψει και του μικρού διαστήματος που διάρκεσε η συμβίωσή τους. Το ΕΔΔΑ με την πιο πάνω απόφασή του, δέχτηκε κατ’ αρχάς, ότι η διαφορά ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της προστασίας της «ιδιωτικής ζωής», ανεξάρτητα του ότι αμφισβητείτο η «οικογενειακή» σχέση της προσφεύγουσας με τα φυσικά της παιδιά, επισημαίνοντας προς τούτο, ότι η σχέση της με τα παιδιά της, αποτελούσε στοιχείο της ταυτότητάς της ως μητέρας. Στη συνέχεια όμως επισήμανε, ότι κατά το γερμανικό Αστικό Κώδικα, οι φυσικοί γονείς, δεν διατηρούν δικαίωμα επαφής με τα υιοθετούμενα τέκνα τους, ενώ σε σχέση με το νομικό τύπο της υιοθεσίας που προβλέπεται στο γερμανικό δίκαιο, έκρινε, ότι η παροχή γραπτής συναίνεσης από μέρους της προσφεύγουσας ήταν έγκυρη, και έτσι με βάση αυτή η προσφεύγουσα είχε αποδεχτεί, ότι με την υιοθεσία των δύο παιδιών της θα λύεται κάθε δεσμός της με αυτά. Ακόμα σημείωσε παραπέρα, ότι το εθνικό (γερμανικό) δίκαιο, επιτρέπει κατ’ εξαίρεση τη «μεικτή μορφής υιοθεσίας», σύμφωνα με την οποία ο φυσικός γονέας, διατηρεί δικαίωμα επικοινωνίας με το υιοθετημένο, αλλά η επιλογή του συγκεκριμένου τύπου αυτού, εξαρτάται από τη βούληση των θετών γονιών που ασκούν αποκλειστικά τη κηδεμονία. Όπως επισημαίνει όμως το ΕΔΔΑ στην απόφασή του, στην υπό κρίση περίπτωση, δεν προέκυπτε τέτοια βούληση από τη μεριά των θετών γονιών, και ότι ούτε κάτι τέτοιο μπορούσε να συναχθεί από την συμφωνία που είχε κάνει η προσφεύγουσα για να της παρέχουν πληροφορίες για την πρόοδο των παιδιών της. Έτσι, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της αμέσως πιο πάνω αποφάσεως του ΕΔΔΑ, δεν φαίνεται ότι θα είχε ευνοϊκή έκβαση, τυχόν προσφυγή στο Δικαστήριο αυτό, κατά αποφάσεως των ελληνικών Δικαστηρίων, με την οποία θ απορριπτόταν (αμετάκλητα) αγωγή, με αίτημα τη συγκεκριμένη αξίωση, αφορώσα υιοθετηθέν ανήλικο, με υιοθεσία που τελέσθηκε μετά την ισχύ του ν. 2447/1996.
3. Να σημειωθεί ακόμα, ότι όπως έχει νομολογηθεί, η παραπάνω διάταξη είναι δημοσίας τάξης και έτσι δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εφαρμοστεί αλλοδαπό δίκαιο, ακόμη και αν -σε περίπτωση π.χ. τροχαίου δυστυχήματος που έλαβε χώρα στην Ελλάδα- κάποια από τα μέρη είναι αλλοδαποί, και στο Κράτος του θανατωθέντος, αντίθετα με ότι συμβαίνει στο δικό μας δίκαιο, με την υιοθεσία δεν αποκόπτεται ο συγγενικός δεσμός του υιοθετηθέντος τέκνου με τους φυσικούς του γονείς. Έτσι, κρίθηκε, ότι διάταξη του Βουλγαρικού Κώδικα περί απλής υιοθεσίας δεν εναρμονίζεται in concrete προς τον κρατούντα βιοτικό ρυθμό στην Ελλάδα και δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, διότι προσκρούει ευθέως στην ελληνική δημόσια τάξη (βλ. σχετ. ΠΠρΑθ 1313/2006, ΠΠρΘεσ 10204/2010 κ.α.).
4. Οπότε, με βάση το γράμμα του νόμου και σε συνδυασμό με όσα προαναφέρθηκαν, επί υιοθεσίας ανηλίκου που έλαβε χώρα μετά τις 30/12/1996, σε περίπτωση θανάτωσης του θετού τέκνου, οι φυσικοί γονείς του (και λοιποί φυσικοί συγγενείς, όπως αδέλφια, παππούδες/γιαγιάδες) δεν δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη, όπως το ίδιο ισχύει αντίστροφα και για την περίπτωση θανάτωσης φυσικού συγγενούς (π.χ. φυσικού γονιού) του πιο αμέσως πιο πάνω θετού τέκνου, αφού, μετά την υιοθεσία αυτή, διακόπηκε κάθε νομικός δεσμός μεταξύ τους και έτσι, κατά το θάνατό είτε του θετού τέκνου, είτε του φυσικού συγγενούς του, δεν υπήρχε πια ο συγκεκριμένος συγγενικός δεσμός, που αποτελεί την τυπική προϋπόθεση, ώστε να μπορεί να θεμελιωθεί η πιο πάνω αξίωση, χωρίς να αρκεί προς τούτο, μόνη η απόδειξη της συνδρομής του ουσιαστικού κριτηρίου ήτοι των αμοιβαίων αισθημάτων αγάπης και στοργής, τα οποία μπορεί πράγματι και να υπάρχουν και να είναι βαθύτατα.
Την άποψη αυτή διατυπώνει και ο ομότιμος Καθηγητής Απόστολος Γεωργιάδης στην τελευταία, εντελώς πρόσφατη έκδοση (2014) του Οικογενειακού Δικαίου (παράγραφος 37 περιθ. αρ. 8 σελ. 717).
Έχει όμως διατυπωθεί στη θεωρία και η άποψη, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως σ’ αυτήν της υιοθεσίας ανηλίκου που έχει γίνει από συγγενικό πρόσωπο (π.χ. αδελφός του φυσικού πατέρα, υιοθετεί τον ανήλικο ανηψιό του), διατηρούνται de facto δεσμοί του υιοθετούμενου με την φυσική του οικογένεια και η από τον νόμο αποκοπή του θετού τέκνου δεν μπορεί να εμποδίσει την αντιμετώπιση του ως μέλους της φυσικής οικογένειας αυτής. Η άποψη αυτή έχει υποστηριχτεί από τον Παπαχρίστου (βλ. σε Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, «Ερμηνεία Αστικού Κώδικα», σελ 491, Αθήνα 2003 και σε Καράκωστα, «Ερμηνεία Αστικού Κώδικα», σελ. 698, Αθήνα 2007 και Γεωργιάδη ο.π.π. σημ. 9). Μάλιστα, υποστηρίζεται και η άποψη ότι η παραπάνω διάταξη του νόμου είναι καθαρά τυπική και στην πράξη η εφαρμογή της εξαρτάται από τις συνθήκες και περιστάσεις της περίπτωσης (βλ. σχετ. Βαθρακοκοίλη, «Νέο Οικογενειακό Δίκαιο», σελ. 1129, Αθήνα 2000).
Ας σημειωθεί, ότι όσον αφορά τη δημοσιευμένη στο νομικό τύπο νομολογία, κατά τη σχετική αναζήτησή μου, μια μόνο δημοσιευμένη απόφαση βρήκα, τη με αριθμό 289/2007 του Εφετείου Λάρισας (ΤΝΠ ΔΣΑ), η οποία αντίθετα από την πρωτοβάθμια απόφαση 182/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, έκρινε ότι: «Μεταξύ των προσώπων που συμπεριλαμβάνονται στην οικογένεια του θύματος, είναι…καθώς και τα φυσικά τέκνα του θανόντος τα οποία έχουν υιοθετηθεί, καθόσον η υιοθεσία δεν καταργεί την εξ αίματος συγγένεια και το δεσμό του τέκνου με τον φυσικό γεννήτορα, ούτε ο υιοθετούμενος παύει να ανήκει στην οικογένεια των φυσικών του γονέων, ανεξάρτητα αν είναι κληρονόμος ή όχι αυτού…». Ας σημειωθεί, ότι όπως τουλάχιστον προκύπτει από το πραγματικό της συγκεκριμένης υποθέσεως, επρόκειτο για υιοθεσία που είχε τελεστεί υπό το προηγούμενο νομικό καθεστώς, ενώ το τροχαίο δυστύχημα, είχε λάβει χώρα στις 19/01/2001. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είχε κρίνει μη νόμιμη την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, του θετού τέκνου και της συζύγου του για το θάνατο του φυσικού πατέρα και πεθερού αντίστοιχα, με το σκεπτικό, ότι ο μεν πρώτος από τους ενάγοντες αυτούς, «…είναι φυσικό τέκνο του θανόντος, πλην όμως, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, έχει υιοθετηθεί από άλλον και συγκεκριμένα είναι θετό τέκνο του θανόντος, και συγκεκριμένα τον…., η δε δεύτερη είναι η σύζυγός του και επομένως ως προς αυτούς πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως μη νόμιμη, καθόσον με τη διάταξη του άρθρου 1561 ΑΚ με την τέλεση της υιοθεσίας διακόπτεται κάθε δεσμός του ανήλικου θετού τέκνου με την φυσική του οικογένεια και το τελευταίο στερείται του κληρονομικού του δικαιώματος απέναντι στους βιολογικούς του γονείς (βλ. Γεωργιάδη/Σταθόπουλου ΑΚ – Οικογενειακό Δίκαιο- β’ έκδοση σελ. 493 παρ. 13), όπως στην προκειμένη περίπτωση…».
Ακόμα, μη δημοσιευμένη όμως στο νομικό τύπο, και η πρόσφατη υπ’ αριθμό 5971/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νικης, που επίσης έκρινε μη νόμιμη την αξίωση των φυσικών συγγενών θανατωθέντος θετού τέκνου, υιοθετηθέντος (από το σύζυγο της φυσικής αδελφής του), σε ηλικία 16 ετών, το έτος 2005 και άρα υπό το νέο καθεστώς του ν. 2447/1996, σε τροχαίο δυστύχημα που έλαβε χώρα στις 08/03/2012, με το σκεπτικό, ότι μετά την υιοθεσία ανηλίκου που έλαβε χώρα υπό το καθεστώς του ν. 2447/1996, «…δεν υφίσταται οικογενειακός του υιοθετούμενου με την φυσική του οικογένεια, αυτός στερείται των εξ συγγενείας δικαιωμάτων και των κληρονομικών (ΑΠ 868 ΝΟΜΟΣ)…».
Βέβαια κανονικά, η επίκληση στο σκεπτικό της αμέσως πιο πάνω αποφάσεως της στερήσεως κληρονομικών δικαιωμάτων, μεταξύ του θετού τέκνου και της φυσικής του οικογένειας, μετά την υιοθεσία που έλαβε χώρα υπό το καθεστώς του ν. 2447/1996, δεν είναι καθοριστικό κριτήριο για την θετική ή αρνητική θέση, ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, αφού δικαιούχα πρόσωπα τέτοιας αξιώσεως, σταθερά γίνεται δεκτό, ότι είναι και τέτοια που δεν περιλαμβάνονται θεωρητικά στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του θανόντος (π.χ. αγχιστείς πρώτου βαθμού, μνηστοί).
Έτσι το κρίσιμο και καθοριστικό, είναι η θεσπιζόμενη με την πιο πάνω διάταξη αποκοπή οποιουδήποτε «συγγενικού» δεσμού, του θετού με τους βιολογικούς συγγενείς του, η ανυπαρξία της οποίας (έλλειψη του τυπικού κριτηρίου), σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν καθιστά χωρίς λόγο την περαιτέρω εξέταση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία, αμοιβαίων δεσμών αγάπης και σεβασμού (ουσιαστικό κριτήριο).
5. Η περίπτωση για την οποία προβλέπεται ρητά από το νόμο τέτοια αξίωση, είναι μόνο η ρυθμιζόμενη από τη διάταξη του αμέσως επόμενου άρθρου 1562 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία: «Όταν ο ένας σύζυγος υιοθετεί το τέκνο του άλλου, οι δεσμοί του υιοθετούμενου με τον φυσικό γονέα του και τους συγγενείς του, δεν διακόπτονται. Κατά τα λοιπά η υιοθεσία παράγει όλα τα αποτελέσματα υιοθεσίας που γίνεται και από τους δύο συζύγους.» δηλαδή η περίπτωση που ο ένας σύζυγος υιοθετεί τέκνο του άλλο συζύγου, με προφανή την αιτιολογία και το λόγο της διαφορετικής αντιμετώπισης της περιπτώσεως αυτής.

Β.- Ερωτάται ποια θα είναι η τύχη της ασφαλιστικής συμβάσεως, στην περίπτωση που ένα ασφαλισμένο όχημα, ανήκει σε περισσότερους από έναν ιδιοκτήτες (δηλαδή επί συγκυριότητας του ασφαλισμένου αυτοκινήτου) και ένας μόνο εκ των συγκυρίων μεταβιβάσει το ποσοστό του σε άλλον τρίτον;
—————————————————————————————-
Ι. Το ζήτημα της τύχης της ασφαλιστικής συμβάσεως σε περίπτωση της εν ζωή μεταβιβάσεως με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο (π.χ. με πώληση, δωρεά κλπ) της κυριότητας ή της κατοχής του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, ρυθμίζει η διάταξη του άρθρου 8§2 ν. 489/1976, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 ν. 2746/2009. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή: «2. Αν μεταβιβαστεί η κυριότητα ή η κατοχή του αυτοκινήτου οχήματος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, η Ασφαλιστική σύμβαση λύεται αυτοδικαίως μετά την παρέλευση τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία της μεταβίβασης, ο δε ασφαλιστής υποχρεούται σε επιστροφή των τυχόν μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων. Η λύση της σύμβασης ισχύει έναντι πάντων, χωρίς να απαιτείται εκ μέρους του ασφαλιστή οποιαδήποτε ενέργεια.».
Με βάση με τη γραμματική διατύπωση της πιο πάνω διατάξεως, δεν φαίνεται να ρυθμίζεται απ’ αυτήν η περίπτωση που η κυριότητα ή κατοχή του ασφαλισμένου αυτοκινήτου μεταβιβάζεται (με πράξη εν ζωή) κατά ποσοστό συγκυριότητας (είτε διότι εξαρχής το ασφαλισμένο όχημα ανήκει σε περισσότερους συγκύριους και ένας μόνο απ’ αυτούς μεταβιβάζει το ποσοστό του, όπως στο προς απάντηση ερώτημα, είτε διότι το πρώτον δημιουργείται συγκυριότητα επί του οχήματος με μεταβίβαση μόνο ποσοστού αυτής, δηλαδή περίπτωση που ο αρχικά κατά το χρόνο της σύναψης της ασφαλίσεως μοναδικός ιδιοκτήτης του, μεταβιβάσει μεταγενέστερα κατά τη διάρκεια της ασφαλίσεως, ποσοστό της κυριότητάς του, σε τρίτον, δημιουργουμένης έτσι εκ των υστέρων συγκυριότητας στο ασφαλισμένο όχημα).
Από την τελολογική ερμηνεία, όμως, της πιο πάνω διατάξεως προκύπτει, ότι αυτή εφαρμόζεται και στην περίπτωση της (εν ζωή) μεταβιβάσεως του αυτοκινήτου κατά ποσοστό συγκυριότητας. Και τούτο διότι ο σκοπός της ερμηνευτέας διατάξεως αυτής, που είναι η προστασία της ελευθερίας επιλογής αντισυμβαλλομένου της ασφαλιστικής εταιρίας συντρέχει και στην περίπτωση αυτή (περί της εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 8§2 ν. 489/1976 και επί συγκυριότητας χωρίς όμως περαιτέρω ιδιαίτερη αιτιολογία και χωρίς παραπομπή σε νομολογία -καθόσον δεν υπάρχουν μέχρι στιγμή σχετικές αποφάσεις δημοσιευμένες στο νομικό τύπο- βλ. έτσι και Μ.Ι. Σπυριδάκης: «Νόμος 489/1976, Ερμηνεία κατ’ άρθρο», σελ. 186, Τριάντος-Βαφειάδου: «Αποζημίωση από Τροχαία Ατυχήματα», σελ. 384, Κρητικός: «Αποζημίωση από Αυτοκινητικά Ατυχήματα» 2008, σελ. 589 περ. αρ. 76, με το σκεπτικό, ότι «ο σκοπός της διατάξεως φαίνεται να συντρέχει και στην περίπτωση αυτή»).
Κι αυτό γιατί με τη μεταβίβαση (εν ζωή) του ποσοστού συγκυριότητας σε ένα τρίτο πρόσωπο, αν ήθελε γίνει δεκτό ότι δεν εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή η αυτοδίκαιη λύση της ασφάλισης, τότε θα εισερχόταν στην ασφαλιστική σύμβαση, ένα τρίτο πρόσωπο χωρίς όμως να είναι αυτό εκ των προτέρων γνωστό στην ασφαλιστική εταιρεία, ώστε να έχει εγκριθεί και γίνει αποδεκτή απ’ αυτήν η συμμετοχή του στην ασφαλιστική σύμβαση.
ΣΥΝΕΠΩΣ ο σκοπός που επέβαλε την ρύθμιση της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 8§2 ν. 489/1976, συντρέχει τόσο στην περίπτωση μεταβίβασης με πράξη εν ζωή και δη με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο (κατά κανόνα και ως πλέον συνήθης περίπτωση αυτή θα είναι η πώληση, αλλά μπορεί να επέρχεται και με άλλο τρόπο, όπως π.χ. με δωρεά) του ασφαλισμένου αυτοκινήτου κατά πλήρη κυριότητα, όσο και στην περίπτωση της μεταβίβασης με πράξη εν ζωή ποσοστού μόνο της κυριότητας (ή κατοχής) του ασφαλισμένου αυτοκινήτου (έτσι όπως ήδη παραπάνω σημειώθηκε, Κρητικός, ο.π.π.), οπότε και στην περίπτωση αυτή θα επέλθει με την πάροδο 30 ημερών από τη μεταβίβαση ποσοστού μόνο της κυριότητας (ή κατοχής) η αυτοδίκαιη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης.
ΙΙ. Ας σημειωθεί άλλωστε, ότι η μόνη δυνατή ερμηνευτική λύση που θα διασφάλιζε τον πιο πάνω σκοπό του νόμου είναι η (με τις χρονικές προϋποθέσεις του νόμου) αυτοδίκαιη λύση ολόκληρης της συμβάσεως και για τους δύο (ή και τυχόν περισσότερους) συνιδιοκτήτες (και έτσι και για τον μη μεταβιβάσαντα το ποσοστό συνιδιοκτησίας του συνιδιοκτήτη), καθώς αντικείμενο της σύμβασης ασφαλίσεως εν προκειμένω και ασφαλιζόμενος κίνδυνος, είναι η από την κυκλοφορία του ασφαλισμένου αυτοκινήτου αστική ευθύνη περισσοτέρων προσώπων και όχι μόνο του κυρίου (ή συγκυρίων) του αυτοκινήτου. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 6§1 ν. 489/1976: «1. Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου.».
Είναι οπότε προφανές, ότι ο ασφαλιζόμενος κίνδυνος δεν εξαρτάται, ούτε σχετίζεται με ποσοστά συγκυριότητας και δεν μπορεί να διασπαστεί, αφού σε περίπτωση επελεύσεώς της ασφαλιστικής περίπτωσης δεν νοείται βέβαια και αντίστοιχη διάσπαση του ασφαλίσματος κατά το εκάστοτε ποσοστό συνιδιοκτησίας.
Επισημαίνεται, ότι η αυτοδίκαιη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης, η οποία αναγκαστικά καταλαμβάνει και τον μη μεταβιβάσαντα το ποσοστό του, συγκύριο αντισυμβαλλόμενο της εταιρίας, εμπίπτει στη σφαίρα του δικού του κινδύνου και συνιστά δική του υποχρέωση επιμέλειας να γνωρίζει σε τι ενέργειες προβαίνει ο εκάστοτε συνιδιοκτήτης.
ΙΙΙ. Περιπτωσιολογικά: Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, προφανές είναι, ότι στην περίπτωση μεταβίβασης ποσοστού συγκυριότητας αυτοκινήτου, εάν ο νέος συγκύριος, προβεί σε κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης σε άλλη ασφαλιστική εταιρία, κι αυτό γίνει πριν την πάροδο τριάντα ημερών από τη μεταβίβαση του ποσοστού συγκυριότητας (μέχρι την συμπλήρωση του οποίου διαστήματος των 30 ημερών από τη μεταβίβαση του ποσοστού, ίσχυε η ασφαλιστική κάλυψη στη μέχρι τότε ασφαλίζουσα ασφαλιστική εταιρία), η προηγούμενη ασφάλιση, παύει να ισχύει από τη κατάρτιση της νέας σύμβασης και μόνος υπεύθυνος έναντι των ζημιωθέντων τρίτων είναι ο τελευταίος ασφαλιστής, τόσο σε εφαρμογή της παραγράφου 3 του άρθρου 8 του ν. 489/1976, όσο ακόμα και σε εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 11 του ίδιου νόμου (όπως μετά την κατάργηση της § 2, η πρώην § 3 αναριθμήθηκε σε § 2 σύμφωνα με το άρθρο 169 § 14 του Ν. 4261/2014), που απαγορεύει τη διαδοχική ασφάλιση.
Εξάλλου αν η μεταβίβαση του ποσοστού συγκυριότητας (είτε εννοείται της πλήρους κυριότητας) γίνει σε διάστημα μικρότερο των 30 ημερών πριν από την ημερομηνία λήξης της μέχρι τότε ασφαλιστικής σύμβασης, τότε ορθότερο φαίνεται, ότι η ασφάλιση θα ισχύει μέχρι την ημερομηνία διάρκειας της ασφαλιστικής σύμβασης (έτσι Μ. Σπυριδάκης σε ΕπιΔικΙΑ 2008 102 και στην ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ, στο άρθρο 8 του Ν. 489/1986 αρ. 11). Ζήτημα όμως τότε θα τεθεί, για το εάν θα ισχύει και στην περίπτωση αυτή, για 16 ημέρες μετά την ημερομηνία λήξης της ασφαλιστικής σύμβασης η έναντι τρίτων (και όχι έναντι και του ασφαλισμένου, ο οποίος σε περίπτωση ατυχήματος μέσα στο διάστημα αυτό, θα υπόκειται σε αναγωγική διεκδίκηση από την πρώην ασφαλιστική του εταιρία, του ποσού που αυτή θα καταβάλει στο ζημιωθέντα τρίτο) ασφαλιστική κάλυψη (σύμφωνα με την παράγραφο 2α του άρθρου 5 του ν. 489/1976, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 169 § 2 του Ν. 4261/2014), ή αυτή θα ισχύει μέχρι τη συμπλήρωση των 30 ημερών από τη μεταβίβαση του ποσοστού συγκυριότητας (κατά το οποίο όμως 30ημερο, η ασφάλιση ισχύει, όχι μόνο έναντι των τρίτων, αλλά και έναντι του ασφαλισμένου). Νομοτεχνικά, μάλλον πιο κοντά στο γράμμα του νόμου (και συγκεκριμένα στη νέα παράγραφο 2α του άρθρου 5 του ν. 489/1976), φαίνεται να είναι η πρώτη λύση, δηλαδή η ασφαλιστική κάλυψη θα ισχύει σύμφωνα με τη διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης, αλλά και με τις συνέπειες που η λήξη της επιφέρει, τόσο έναντι των τρίτων, όσο και έναντι των πρώην ασφαλισμένων.
ΙV. Μοναδική εξαίρεση από την εφαρμογή και στη μεταβίβαση ποσοστού της κυριότητας (ή κατοχής) αυτοκινήτου, της πιο πάνω διατάξεως της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του ν. 489/1976 και έτσι μη λύση της ασφαλιστικής συμβάσεως, αλλά συνέχισή της, θα μπορούσε ενδεχομένως ερμηνευτικά να υποστηριχθεί σε μία μόνο περίπτωση και συγκεκριμένα: Όταν ο ένας κατά ποσοστό συνιδιοκτήτης και αντισυμβαλλόμενος της ασφαλιστικής εταιρίας μεταβιβάσει το ποσοστό συνιδιοκτησίας του στον έτερο συνιδιοκτήτη και επίσης αντισυμβαλλόμενο συνιδιοκτήτη, οπότε θα περιέλθει σε αυτόν το ασφαλισμένο αυτοκίνητο κατά πλήρη κυριότητα. Δεδομένου όμως ότι ο κατά πλήρη κυριότητα πλέον ιδιοκτήτης αυτός ήταν ήδη αντισυμβαλλόμενος της ασφαλιστικής εταιρίας και είχε γίνει αποδεκτός απ’ αυτήν, αφού κατά τον χρόνο υποβολής από μέρους τους της προτάσεως ασφαλίσεως υπήρχε η δυνατότητα από την ασφαλιστική εταιρία να ελέγξει κατά τη σύναψη της αρχικής συμβάσεως, εάν ο αντισυμβαλλόμενος αυτός πληρούσε τις προϋποθέσεις που αυτή έχει θέσει ως προς τα χαρακτηριστικά των αντισυμβαλλόμενών της (π.χ. ηλικία, εμπλοκή του σε προηγούμενα ατυχήματα κλπ), στην περίπτωση αυτή δεν φαίνεται να συντρέχει ο λόγος προστασίας της ελευθερίας της επιλογής του αντισυμβαλλομένου εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρίας και έτσι εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 8§2 ν. 489/1976 περί αυτοδίκαιης λύσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως, αφού στην ασφαλιστική σύμβαση δεν υπεισέρχεται κάποιο νέο τρίτο πρόσωπο.-
(Σημειώνεται, ότι τα προεκτεθέντα δεν αφορούν βέβαια την περίπτωση της μεταβίβασης της κυριότητας ή κατοχής του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, αιτία θανάτου, δηλαδή με κληρονομική διαδοχή, είτε κατά πλήρη κυριότητα, είτε κατά ποσοστό, καθόσον η περίπτωση αυτή ρυθμίζεται με τη διάταξη της πρώτης παραγράφου του ίδιου πιο πάνω άρθρου 8 του ν. 489/1976, σύμφωνα με την οποία: δεν επέρχεται η λύση της ασφαλιστικής σύμβασης, αλλά ο κληρονόμος –κληροδόχος κλπ- υπεισέρχεται αυτοδικαίως στην ασφαλιστική σύμβαση, εκτός αν αυτός ειδοποιήσει εγγράφως τον ασφαλιστή για τη μη αποδοχή της, εντός 30 ημερών από την γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και του λόγου της).-