Έννοια «οικογένειας του θύματος» κατ’ άρθρο 932 εδ. γ΄ ΑΚ

Άρειος Πάγος 263/2015
Πρόεδρος: Γεώργιος Γιαννούλης,
Εισηγητής: Χριστόφορος Κοσμίδης
Έννοια «οικογένειας του θύματος» κατ’ άρθρο 932 εδ. γ΄ ΑΚ – Στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται και οι αγχιστείς πρώτου βαθμού όπως ο πεθερός, η πεθερά, ο γαμπρός και η νύφη – «Πράγματα» κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ συνιστούν και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης- Αίτηση αδίκαστη κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.98 ΚΠολΔ αποτελεί και η αντέφεση για την οποία δεν αποφάνθηκε το Εφετείο – Δεκτή η αναίρεση για τους λόγους 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ

ΣΧΟΛΙΟ
1. Σχεδόν πάγια πια γίνεται δεκτή από τη νομολογία των δικαστηρίων μας η νομιμότητα της αξιώσεως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης για τους συγγενείς εξ αγχιστείας πρώτου βαθμού, μετά και τη σχετική ΟλΑΠ 21/2000. Έτσι, σύμφωνα και με την κρατούσα πια νομολογία του Αρείου Πάγου (και της Ολομέλειάς του), γίνεται δεκτό ότι στην έννοια της «οικογένειας» του θύματος του άρθρου 932 εδ. γ΄ ΑΚ περιλαμβάνονται και οι αγχιστείς πρώτου βαθμού, ήτοι ο πεθερός και η πεθερά και αντίστροφα, ο γαμβρός (από κόρη) και η νύφη (από γιο) του θανατωθέντος (ΟλΑΠ 21/2000 NOMOS, ΑΠ 260/2011 NOMOS, ΑΠ 528/2011 ΝοΒ 2011 2108, ΑΠ 937/2010 NOMOS, ΑΠ 1735/2006 ΧρΙΔ 2007 131, ΑΠ 1752/2005 ΝοΒ 2006 678, ΑΠ 434/2005 Δσνη 2005 1062, ΑΠ 598/2005 NOMOS κ.α). H μόνη μέχρι στιγμής απόφαση του ακυρωτικού, η οποία εκδόθηκε μεταγενέστερα της πιο πάνω αποφάσεως της Ολομελείας (21/2000) και η οποία αντίθετα προς την απόφαση αυτή (της ΟλΑΠ 21/2000) δέχεται, ότι τα πιο πάνω πρόσωπα (πεθερός και πεθερά και γαμβρός και νύφη, από κόρη και γιο αντίστοιχα) δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά ως προς τη συγκεκριμένη αξίωση, είναι η με αριθμό ΑΠ 731/2005, χωρίς όμως να έχει ακολουθήσει άλλη απόφαση του Ανώτατου Ακυρωτικού που να δέχεται το ίδιο με αυτή για το συγκεκριμένο ζήτημα. Αντίθετα όλες οι λοιπές (μετά τη με αριθμό 21/2000 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου), εκδοθείσες αποφάσεις των Τμημάτων του, αναγνωρίζουν, όπως και η σχολιαζόμενη απόφαση, τη νομιμότητα της συγκεκριμένης αξιώσεως για τους συγγενείς αυτούς του θανόντος (βλ. έτσι μεταξύ άλλων και ΑΠ 260/2011 NOMOS, ΑΠ 528/2011 ΝοΒ 2011 2108, ΑΠ 937/2010 NOMOS, ΑΠ 1735/2006 ΧρΙΔ 2007 131).
2. Η έφεση, η αντέφεση και κάθε λόγος εφέσεως ή αντεφέσεως αποτελεί «πράγμα» υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, η μη λήψη υπόψη του οποίου από το δικαστήριο ιδρύει τον σχετικό λόγο αναιρέσεως. Είναι αυτονόητο ότι τούτο προϋποθέτει, ότι ο σχετικός ισχυρισμός που περιέχεται στο λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως είναι παραδεκτός, νόμιμος και ορισμένος. Λόγοι εφέσεως που δεν έχουν αυτοτέλεια, αλλά αναφέρονται σε απλά επιχειρήματα δεν συνιστούν «πράγματα». Έτσι, λοιπόν, κατά την ορθότερη άποψη, «πράγμα» αποτελεί ο λόγος έφεσης (ή αντέφεσης), με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (ΟλΑΠ 3/08 ΝοΒ 2008 960, ΑΠ 88 845/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 1434/2010 ΝοΒ 2010 581, ΑΠ 1400/2008 ΤΝΠ ΔΣΑ, Μ. Μαργαρίτης Ερμηνεία ΚΠολΔ υπό το άρθρο 559 αρ. 8 σελ. 1081). Ο εκ του άνω αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο. Ενόψει των παραπάνω, σωστά αναίρεσε ο Άρειος Πάγος στη σχολιαζόμενη απόφαση την απόφαση του Εφετείου για το λόγο του άρθρου 559 αρ. 8, λόγω της διαπιστωθείσας από αυτόν αμφιβολίας, αν και κατά πόσο το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το σχετικό λόγο αντεφέσεως των εναγόντων (αφού ουδέν διαλαμβάνεται στην αναιρεσιβαλλομένη ως προς την ασκηθείσα αντέφεση), με τον οποίο λόγο, αυτοί απέβλεπαν στην επαύξηση των ποσών της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, την απόρριψη ή τον περιορισμό των οποίων επιδίωκε η έφεση. Εξάλλου, όπως έγινε επίσης δεκτό από τον Άρειο Πάγο, την εν λόγω αντέφεση οι ενάγοντες άσκησαν παραδεκτά με τις προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του Εφετείου έως την έναρξη της συζήτησης, ενόψει της συγκεκριμένης ειδικής διαδικασίας των διαφορών αποζημιώσεως από αυτοκινητικά ατυχήματα (ΚΠολΔ 524§2).
Ας σημειωθεί, ότι η μη λήψη υπόψη λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως είναι δυνατό να συνιστά παράβαση όχι μόνο εκ του άρθρου 559 αρ. 8, αλλά και εκ του άρθρου 559 αρ. 9 υπό την έννοια της καταληφθείσας αδίκαστης αιτήσεως. Η επικαλούμενη στη σχολιαζόμενη απόφαση, με αριθμό 25/2003 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου κάνει ακριβώς εκτός των άλλων δεκτό, ότι ως «αίτηση», η κατάληψη της οποίας αδίκαστης ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, νοείται και η ασκηθείσα νομίμως αντέφεση, αφού με την άσκησή της και μέσα στο όρια αυτής αναβιώνει η εκκρεμοδικία κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ. Συνεπώς, η κατάληψη της αντεφέσεως ως αδίκαστης είναι δυνατό να θεμελιώνει εκτός του λόγου αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ και τον λόγο εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ. στο βαθμό που ως «αίτηση» κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ.9 περ. γ΄ ΚΠολΔ νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε έννομη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία (αντίθετα φαίνεται να δέχεται, ως προς το αν η κατάληψη αδίκαστης αντέφεσης συνιστά εκτός από την παράβαση του αρ. 8 –ως προς την παράβαση αυτή είναι αδιάσπαστη η νομολογία- και αυτής του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η ΑΠ 845/2009 ΝοΒ 2009, 2170, η οποία είχε όμως να κρίνει διαφορετικού περιεχομένου παράπονο κατά της εφετειακής, από τη σχολιαζόμενη).-