Αλλαγές που επήλθαν στο π.δ. 237/1986 (ασφάλιση αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτου) με το άρθρο 169 του ν. 4261/05.05.2014

Εισήγηση στο 5o Πανελλήνιο Νομικό Συνέδριο – Διημερίδα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και της Επιθεωρήσεως Συγκοινωνιακού Δικαίου της 19ης και 20ης Σεπτεμβρίου 2014 Το τροχαίο ατύχημα – Αστική και Ποινική Ευθύνη των εμπλεκομένων μερών

Βασικές επισημάνσεις:
1) Καταργείται η αυτόματη ισόχρονη ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης. Απαιτείται πλέον η προεξόφληση του ασφαλίστρου, ως απαραίτητη προϋπόθεση για την έναρξη ισχύος της ασφαλιστικής κάλυψης (καθώς και για την ανανέωσή της).
2) Δεν απαιτείται πλέον η από μέρους του ασφαλιστή καταγγελία – ακύρωση της ασφαλιστικής σύμβασης, για τη συμβατική λήξη αυτής
3) Καταργείται το σήμα προσωρινής ασφάλισης ως και το αυτοκόλλητο σήμα ασφάλισης.
4) Θεσπίζεται η αναγνώριση της ηλεκτρονικής επικοινωνίας μεταξύ ασφαλιστή, λήπτη της ασφάλειας αλλά και του δικαιούχου αποζημίωσης, (τρίτου παθόντος), αναφορικά με την σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, αλλά και με τον διακανονισμό ζημιών.
Ειδικότερα με το άρθρο 169 του ν. 4261/5-5-2014, επήλθαν οι ακόλουθες αλλαγές και ρυθμίσεις στο π.δ. 237/1986, ιδίως, οι σημαντικότερες, όσον αφορά τη διάρκεια της ασφάλισης και τη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης που αφορά την υποχρεωτική ασφάλιση για την έναντι τρίτων ευθύνη από την κυκλοφορία των οχημάτων:
Α.- ΕΝΑΡΞΗ – ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΚΑΙ ΛΥΣΗ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΜΕ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΤΙΚΗΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΤΗΣ (νέα παράγραφος 2 στο άρθρο 5 του π.δ. 237/1986, που αντικατέστησε την προηγούμενη):
Έναρξη – διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης
1. Η ασφαλιστική κάλυψη αρχίζει ΜΟΝΟ με την καταβολή ολόκληρου του προβλεπόμενου για τη σύμβαση ασφαλίστρου (υιοθέτηση της αρχής της προκαταβολής του ασφαλίστρου). Άρα χωρίς να έχει καταβληθεί το σύνολο του ποσού των ασφαλίστρων δεν αρχίζει ασφαλιστική κάλυψη. Μάλιστα δεν παρέχεται καν η δυνατότητα περί «τμηματικών δόσεων» του ασφαλίστρου, η οποία προβλέπεται στην αντίστοιχη διάταξη της παραγράφου του άρθρου 6 του ασφαλιστικού νόμου (ν. 2496/1997) και με την οποία ορίζεται «Η ασφαλιστική σύμβαση κάλυψη δεν αρχίζει πριν την καταβολή του εφάπαξ ασφαλίστρου ή της πρώτης δόσης της τμηματικής καταβολής, εκτός αν προκύπτει διαφορετικά από την ασφαλιστική σύμβαση ή από τις περιστάσεις».
2. Σύμφωνα με τη νέα διάταξη, πριν τη καταβολή του ασφαλίστρου απαγορεύεται να παραδοθεί το ασφαλιστήριο (αυτό πρέπει να σταλεί το αργότερο μέσα σε πέντε ημέρες από την πληρωμή, πάντως και χωρίς την αποστολή του, η ασφαλιστική κάλυψη έχει ξεκινήσει με την πληρωμή του συνολικού ποσού των ασφαλίστρων, αφού το ασφαλιστήριο είναι αποδεικτικό και όχι συστατικό της ασφαλιστικής σύμβασης. Οπότε παραπέρα, η ασφαλιστική κάλυψη όχι μόνο έχει ξεκινήσει, αλλά και ισχύει έναντι και του ασφαλισμένου, εφόσον ο τελευταίος αυτός αποδεικνύει την καταβολή του ασφαλίστρου και χωρίς την κατοχή του ασφαλιστηρίου, το οποίο ο ασφαλιστής παρέλειψε –παρά την πληρωμή του ασφαλίστρου- να αποστείλει).
3. Έτσι, σε αντίθεση προς το προισχύσαν της σχετικής διάταξης καθεστώς, κατά το οποίο στην ασφάλιση αυτοκινήτων (της έναντι τρίτων αντικειμενικής ευθύνης από την κυκλοφορίας τους) ίσχυε, όπως χαρακτηριστικά λεγόταν, το σύστημα «τυπώνω – πληρώνω», με τη νέα διάταξη αυτή (της παραγράφου 2 του άρθρου 5) που αντικατέστησε την προηγούμενη, φαίνεται να καθιερώνεται το σύστημα «πληρώνω – τυπώνω». Όπως αναφέρεται και στη σχετική Αιτιολογική Έκθεση του νόμου 4261/5-5-2014, σε σχέση με το συγκεκριμένο άρθρο 169 αυτού (που μας αφορά): με τις νέες διατάξεις «…επιχειρείται ο εξορθολογισμός του συστήματος λύσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως της υποχρεωτικής ασφάλισης αυτοκινήτων…εξυπηρετείται η ασφάλεια των συναλλαγών και εξυγιαίνεται η οικεία ασφαλιστική αγορά, ώστε να εκδίδονται μόνον υγιή και ενεργά συμβόλαια αυτοκινήτων…». Οπωσδήποτε ο θεσμός της Ιδιωτικής Ασφάλισης είναι ιδιαίτερα σημαντικός, ιδίως στη κρίσιμη και σκληρή οικονομική περίοδο που βιώνουμε, όπου το Κράτος βρίσκεται σε αδυναμία να ανταποκριθεί στις έως και αυτονόητες υποχρεώσεις του προς του πολίτες του και όπου μια υγιώς λειτουργούσα (επιδιωκόμενο, αλλά όχι δεδομένο) Ιδιωτική Ασφαλιστική Αγορά, καλείται εκ των πραγμάτων να καλύψει και αναπληρώσει σημαντικό μέρος της κρατικής αδυναμίας, ρόλος όμως που για να επιτευχθεί αποτελεσματικά και με επιτυχία, θα πρέπει οι ασφαλιστικές εταιρίες που αποτελούν ιδιωτικές επιχειρήσεις βασιζόμενες στα κέρδη τους, εκτός των άλλων, να εισπράττουν πραγματικά τα εκάστοτε προβλεπόμενα ασφάλιστρα, ώστε να είναι σε θέση να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους, τόσο έναντι των ασφαλισμένων τους, όσο εν προκειμένω -σε σχέση με την πολύπαθη ασφάλιση της αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων- και έναντι των (ζημιωθέντων) τρίτων. Η εισαγόμενη με τη νέα πιο πάνω διάταξη σχετική ρύθμιση, περί καταβολής/εξόφλησης ολόκληρου του ασφαλίστρου για την έναρξη της ασφαλιστικής κάλυψης και περί απαγορεύσεως παραδόσεως του ασφαλιστηρίου πριν την εξόφληση ολόκληρου του προβλεπόμενου ασφαλίστρου είναι προφανές, ότι έχει τεθεί προεχόντως προς όφελος του ασφαλιστή, όπως άλλωστε αυτό γίνεται δεκτό και σε σχέση με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 6 του ν. 2496/1997 (Χατζηνικολάου-Αγγελίδου “Ασφαλιστική Σύμβαση” 2000 σελ. 80) και δευτερευόντως βέβαια και προς όφελος των προσώπων που η σύμβαση αυτή αφορά (ασφαλισμένου και τρίτου), καθόσον μόνο μια οικονομικά υγιής ασφαλιστική εταιρία θα μπορεί να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της και να αποτρέπεται έτσι το (δυστυχώς συχνά εμφανισθέν ιδίως τα τελευταία χρόνια) φαινόμενο της ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικών εταιριών, με αντίστοιχες πολύπλευρες δυσμενέστατες συνέπειες και σε βάρος του Επικουρικού Κεφαλαίου, αλλά και σε βάρος των προσώπων που η ασφαλιστική σύμβαση αυτή αφορά, ήτοι τόσο του ζημιωθέντος τρίτου, όσο βέβαια και αυτού του ίδιου του ασφαλισμένου (βλ. π. χ. την περίπτωση που αυτός ενάγεται από τον ασφαλιστικό φορέα που έχει υποκατασταθεί στις αξιώσεις του τραυματισθέντος ασφαλισμένου του, καθόσον το Επικουρικό Κεφάλαιο, δεν καλύπτει τις αξιώσεις αυτές).

– Ζητήματα που μπορεί να προκύψουν με βάση την αμέσως πιο πάνω νέα διάταξη
Η αμέσως πιο πάνω νέα διάταξη χρησιμοποιεί τη λέξη έναρξη της ασφαλιστικής «κάλυψης» και όχι «κατάρτιση» (ή «σύναψη» ή άλλη παρεμφερή) της ασφαλιστικής σύμβασης, καθώς επίσης, χρησιμοποιεί τη λέξη «παράδοση» ασφαλιστηρίου και όχι «έκδοση» ασφαλιστηρίου. Έτσι και με τη νέα διάταξη, σύμφωνα τουλάχιστον με τη γραμματική διατύπωσή της, επιτρέπεται κατ’ αρχάς να καταρτισθεί η ασφαλιστική σύμβαση και να εκδοθεί το σχετικό γι’ αυτήν ασφαλιστήριο, πριν ακόμα καταβληθεί το αντίστοιχο ασφάλιστρο. Η ασφαλιστική όμως κάλυψη, θα αρχίζει με την πληρωμή ολόκληρου του ασφαλίστρου, μετά την οποία θα πρέπει να παραδοθεί το (τυχόν έχον ήδη εκδοθεί) ασφαλιστήριο. Η επισημαινόμενη διαφοροποίηση είναι σχετική και συναρτάται με το ζήτημα της έναρξης της ασφαλιστικής συμβάσεως, η οποία κατά τη θεωρία και τη νομολογία, διακρίνεται σε: α) Τυπική έναρξη, που είναι το χρονικό σημείο της καταρτίσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως (δηλαδή ο χρόνος που περιέρχεται η δήλωση αποδοχής του ασφαλιστή στο πρόσωπο που έκανε την πρόταση ασφάλισης) και β) Ουσιαστική έναρξη, που είναι το χρονικό σημείο που ο ασφαλιστής αρχίζει να φέρει τον κίνδυνο. Δηλαδή στην ασφάλιση συμβαίνει αυτό που παρατηρείται και σε άλλες συμβάσεις: το χρονικό σημείο της νομικής δέσμευσης (δηλαδή η σύναψη της σύμβασης) να προηγείται ή και έπεται του χρονικού σημείου της έναρξης εκτέλεσής της» (βλ. αναλυτικότερα σε Ι Ρόκα «Ασφαλιστικό Δίκαιο)
Ας σημειωθεί, ότι σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά, ως προς την ανάλογου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 6 παραγρ. 1 του ασφαλιστικού νόμου (ν. 2496/1997), η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με απλή συναίνεση, συντελείται από το χρόνο αποδοχής της αίτησης για ασφάλιση από τον ασφαλιστή, η οποία μπορεί να υποδηλωθεί και σιωπηρώς με την αποστολή του ασφαλιστηρίου στον αιτούντα και αποδεικνύεται με το ασφαλιστήριο, για το κύρος του οποίου αρκεί μόνο η υπογραφή του ασφαλιστή (ΑΠ 843/1998 ΕπΕμπΔ 1999 98, 1180/1996 ΔΕΕ 1997 67). Ενώ δεν υπάρχει σύμπτωση τυπικής και ουσιαστικής ενάρξεως της ασφαλίσεως, αν συμφωνήθηκε ότι τα αποτελέσματά της δεν θα αρχίζουν από το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως, αλλά από μεταγενέστερο χρονικό σημείο. Τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν συμφωνήσει ότι η ασφαλιστική κάλυψη θα αρχίζει από την καταβολή της πρώτης δόσεως του ασφαλίστρου (Αργυριάδης/Χατζηνικολάου- Αγγελίδου/Σκαλίδης ΣτοιχΑσφΔ σ. 124, Κ. Νούσιας σε «Ασφαλιστική Σύμβαση» Ι. Ρόκα 2014, σελ. 123 περ. αρ. 8, ΕφΑθ 5817/2002 ΕΕμπΔ 2003 632). Έτσι σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά, σε σχέση με την αντίστοιχου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 6 παραγρ. 1 του ασφαλιστικού νόμου (ν. 2496/1997), η μεν ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με τη ρητή ή σιωπηρή αποδοχή της αίτησης για ασφάλιση από τον ασφαλιστή, η ασφαλιστική όμως κάλυψη, δεν αρχίζει πριν τη καταβολή των ασφαλίστρων, έστω της πρώτης δόσης, εκτός αν προκύπτει κάτι διαφορετικό από την ασφαλιστική σύμβαση ή τις περιστάσεις (ΑΠ 745/2005 ΕΕμπΔ 2005, 765, Βελέντζας Δίκαιο Ιδιωτικής Ασφάλισης 2η Έκδ 2007 σελ. 118, Κ. Νούσιας, ο.π.π. σελ. σελ. 122 περ. αρ. 6).
Και υπό το πρίσμα των μέχρι τώρα διατάξεων του ν. 489/1976 γινόταν δεκτό, ότι, ενόψει της διάταξης του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 2 § 1, 4 και 6 του ν. 2496/1997 και 11 § 1 του ν. 489/1976, μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου η σύμβαση ασφάλισης καταρτίζεται με απλή συναίνεση και αποδεικνύεται με το ασφαλιστήριο που εκδίδεται από τον ασφαλιστή και για το κύρος του οποίου αρκεί μόνο η υπογραφή του τελευταίου δηλαδή του ασφαλιστή (ΑΠ 324/2005 ΕλλΔνη 47 (2006) 1635).
– Τα παραπάνω δεν φαίνεται να αλλάζουν από τη νέα διάταξη. Έτσι με βάση τα προεκτεθέντα, βάσιμα μπορεί να υποστηριχτεί, ότι σύμφωνα με τη γραμματική διατύπωση της νέας παραγράφου 2 στο άρθρο 5 του π.δ. 237/1986, που αντικατέστησε την προηγούμενη, η ασφαλιστική σύμβαση, εξακολουθεί να μπορεί να καταρτισθεί και πριν την πληρωμή του ασφαλίστρου, με τη διαφορά πλέον, ότι η ασφαλιστική κάλυψη που συμφωνήθηκε να παρέχεται με τη σύμβαση αυτή θα αρχίζει, μόνο από την καταβολή/εξόφληση, ολόκληρου του προβλεπόμενου στη σύμβαση ασφαλίστρου, χρονικό σημείο που ο ασφαλιστής αρχίζει να φέρει τον κίνδυνο έναντι του ασφαλισμένου του.
Η διαφοροποίηση όμως αυτή, μπορεί να δημιουργήσει τα ακόλουθα ζητήματα, τα οποία διακρίνονται, σ’ αυτά που αφορούν τις σχέσεις του ασφαλιστή με το ζημιωθέντα τρίτο και σ’ αυτά που αφορούν τις σχέσεις του ασφαλιστή με τον ασφαλισμένο του:
Ζητήματα από τη τυχόν κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης πριν από την πληρωμή του ασφαλίστρου
α) Ως προς τις σχέσεις του ασφαλιστή με τον ζημιωθέντα τρίτο
Ο νόμος 486/1974 (όπως κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 237/1986), ο οποίος αφορά την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, διέπεται προεχόντως από το σκοπό της προστασίας του τρίτου. Γι’ αυτό άλλωστε η ασφαλιστική σύμβαση αυτή, είναι σύμβαση αναγκαστική, η υποχρεωτικότητα της οποίας θεωρείται ανεκτή και συνταγματική, ενόψει του μείζονος σημασίας κοινωνικού σκοπού που επιδιώκεται με την καθιέρωση της υποχρεωτικής ασφαλίσεως και συνίσταται στην προστασία των θυμάτων αυτοκινητικών ατυχημάτων, που αποτελεί συγκεκριμενοποίηση της αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου (Κρητικός σε «Αποζημίωση από Αυτοκινητικά ατυχήματα» 2008 σελ. 546 επ. περ. αριθ. 7). Εξάλλου δεν αμφισβητείται η διαφορετικότητα των συμφερόντων του ασφαλισμένου στην υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης από ατυχήματα σε σχέση με αυτών του ασφαλισμένου στις άλλες προαιρετικές καλύψεις.
Έτσι, ήδη με την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης που αφορά την υποχρεωτική ασφάλιση της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης και χωρίς ακόμα την πληρωμή του ασφαλίστρου, ξεκινά η υποχρέωση του ασφαλιστή έναντι του ζημιωθέντος τρίτου. Έναντι αυτού ο ασφαλιστής, ενόψει της διάταξης του άρθρου 11 § 1 του π.δ. 237/1986, δεν μπορεί να αντιτάξει τη μη πληρωμή του ασφαλίστρου. Οπότε, σε περίπτωση που συμβεί τροχαίο ατύχημα, κατά το διάστημα που τυχόν (είναι όχι μόνο θεωρητικά, αλλά και στην πράξη δυνατό να) μεσολαβεί, μεταξύ της κατά τα πιο πάνω κατάρτισης ασφαλιστικής συμβάσεως για την ευθύνη από αυτοκίνητα, και της πληρωμής του προβλεπόμενου ασφαλίστρου, ο ασφαλιστής υποχρεούται να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο. Άλλωστε η προϋπόθεση (και υποχρέωση) για αποζημίωση του τρίτου, πληρούται από της καταρτίσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως, ενώ είναι αδιάφορο, αν πρόκειται για έγκυρη ή ακόμα και άκυρη σύμβαση (βλ. και Μ. Ι. Σπυριδάκη στην «Ασφάλιση Αυτοκινήτου» 2009, στο άρθρο 11 του π.δ. 237/1986, σελ. 216 περ. αρ. 7).
Αλλά και παρά πέρα, για να λύσει ο ασφαλιστής την έχουσα καταρτισθεί κατά τα πιο πάνω ασφαλιστική σύμβαση πριν (και χωρίς) την πληρωμή του ασφαλίστρου, θα πρέπει να ακολουθήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 2 εδ. β του άρθρου 11α του π.δ. 237/1986, δηλαδή να προβεί σε σχετική καταγγελία, για την οποία αυτός θα πρέπει να τηρήσει τις διατυπώσεις που προβλέπονται στην αμέσως πιο πάνω διάταξη (έγγραφη καταγγελία με αποστολή επιστολής, πάροδος 30 ημερών από την επίδοσή της, κοινοποίησή της στο Κέντρο Πληροφοριών και πάροδος 16 ημερών). Μέχρι όμως την τήρηση και ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας αυτής, ο ζημιωθείς τρίτος θα προστατεύεται κανονικά.
β) Ως προς τις σχέσεις του ασφαλιστή με τον ασφαλισμένο του
Με βάση τη νέα διάταξη, που συνδέει την έναρξη της ασφαλιστικής κάλυψης από την πληρωμή ολόκληρου μάλιστα του ασφαλίστρου, ο ασφαλιστής που θα υποχρεωθεί κατά τα πιο πάνω σε τέτοια αποζημίωση, για τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα, κατά το τυχόν διάστημα που θα μεσολαβεί, από την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, μέχρι την πληρωμή του ασφαλίστρου, δικαιούται να στραφεί αναγωγικά κατά του ασφαλισμένου του και να διεκδικήσει το ποσό που υποχρεώθηκε να καταβάλει στο τρίτο.

– Παράδοση του ασφαλιστηρίου πριν από την πληρωμή του ασφαλίστρου
Ζήτημα επίσης στην πράξη μπορεί να τεθεί, στην περίπτωση, που παρά την θεσπιζόμενη κατά τα πιο πάνω απαγόρευση, ο ασφαλιστής παραδώσει ασφαλιστήριο, χωρίς στην πραγματικότητα να έχει καταβληθεί το ασφάλιστρο. Όπως προεκτέθηκε, σύμφωνα με τη νέα διάταξη, πριν τη καταβολή του ασφαλίστρου απαγορεύεται να παραδοθεί το ασφαλιστήριο. Με τη νέα όμως διάταξη αυτή, δεν προβλέπεται και δεν ρυθμίζεται η περίπτωση που παρά τη σχετική απαγόρευση, ο ασφαλιστής παραδώσει στον ασφαλισμένο το ασφαλιστήριο, χωρίς να έχει προηγηθεί η καταβολή/εξόφληση του ασφαλίστρου. Έτσι, μολονότι επιβάλλεται η «απαγόρευση» παράδοσης του ασφαλιστηρίου πριν την εξόφληση του ασφαλίσματος, δεν ορίζονται οι συνέπειες της τυχόν παραβάσεώς της. Να ληφθεί υπόψη, ότι όπως γίνεται κατά την ερμηνεία του δικαίου δεκτό, όταν και όπου τίθενται από το νόμο απαγορεύσεις, αυτές πρέπει να ερμηνεύονται στενά και όχι διασταλτικά και από την άλλη μεριά να σημειωθεί, ότι το ασφαλιστήριο είναι αποδεικτικό και όχι συστατικό της ασφαλιστικής σύμβασης. Ενώ από την άλλη μεριά θα πρέπει ακόμα να σημειωθεί, ότι η λέξη «απαγορεύεται» που χρησιμοποιείται στην πιο πάνω διάταξη, δεν σημαίνει και δεν επιβάλλει αυτοδίκαια και ακυρότητα της σύμβασης. Οι συνέπειες που θα επιφέρει η παράβαση από τον ασφαλιστή της συγκεκριμένης απαγόρευσης, μπορεί να είναι, αφενός μεν διοικητικές κυρώσεις σε βάρος του ασφαλιστή από μέρους της εποπτεύουσας αρχής, αφετέρου και δικονομικές και ειδικότερα η υιοθέτηση οιονεί τεκμηρίου (μαχητού), ότι ασφαλισμένος, αφού κατέχει το ασφαλιστήριο θεωρείται ότι το έχει εξοφλήσει και έτσι, κατ’ αντιστροφή του βάρους αποδείξεως, ο ασφαλιστής θα είναι αυτός που θα οφείλει να αποδείξει, ότι παρά την παράδοση του ασφαλιστηρίου, δεν έχει γίνει η εξόφλησή του.
Έτσι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, στην περίπτωση που ο ασφαλιστής παραδώσει το ασφαλιστήριο στον ασφαλισμένο του, χωρίς να έχει προηγηθεί η εξόφληση των ασφαλίστρων: α) Ως προς τις σχέσεις του ασφαλιστή με τον ζημιωθέντα τρίτο, είναι προφανές, ότι σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος υφίσταται κανονικά η υποχρέωση αποζημιώσεως του τρίτου, καθώς ο ασφαλιστής δεν μπορεί να προβάλλει έναντι αυτού ενστάσεις από την ασφαλιστική σύμβαση (άρθρο 11 § 1 π.δ. 237/1986), η οποία έχει σύμφωνα με τα πιο πάνω καταρτισθεί (παρά τη μη πληρωμή του ασφαλίστρου), ενώ β) ως προς τις σχέσεις του ασφαλιστή με τον ασφαλισμένο του, θα πρέπει ο ασφαλιστής να επικαλεστεί και αποδείξει τη μη πληρωμή του ασφαλίστρου, προκειμένου να έχει τη δυνατότητα να στραφεί αναγωγικά εναντίον του ασφαλισμένου του, ισχυριζόμενος, ότι δεν ξεκίνησε η ασφαλιστική κάλυψη, λόγω μη πληρωμής του προβλεπόμενου ασφαλίστρου.
Εννοείται, ότι και στην αμέσως πιο πάνω περίπτωση, που ο ασφαλιστής παρέδωσε το ασφαλιστήριο στον ασφαλισμένο του, χωρίς την πληρωμή του προβλεπόμενου ασφαλίστρου, για να λύσει ο ασφαλιστής την έχουσα καταρτισθεί κατά τα πιο πάνω ασφαλιστική σύμβαση (χωρίς ακόμα την πληρωμή του ασφαλίστρου), θα πρέπει να ακολουθήσει τη διαδικασία που προβλέπονται στην παράγραφο 2 εδ. β του άρθρου 11α του π.δ. 237/1986, δηλαδή να προβεί σε σχετική καταγγελία, για την οποία αυτός θα πρέπει να τηρήσει τις διατυπώσεις που προβλέπονται στην αμέσως πιο πάνω διάταξη αυτή (έγγραφη καταγγελία με αποστολή επιστολής, πάροδος 30 ημερών από την επίδοσή της, κοινοποίησή της στο Κέντρο Πληροφοριών και πάροδος 16 ημερών), κατά την οποία θα πρέπει βέβαια αυτός (ασφαλιστής) να αποδείξει, ότι ο ασφαλισμένος του, παρά την παράδοση σ’ αυτόν του ασφαλιστηρίου, στην πραγματικότητα, δεν κατέβαλε το ασφάλιστρο. Μέχρι όμως την τήρηση και ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας, ο ζημιωθείς τρίτος θα προστατεύεται κανονικά.

– Αποτελεί η πιο πάνω διάταξη κανόνα δημοσίας τάξης ;
Ενόψει της περιεχόμενης στην αμέσως πιο πάνω διάταξη, λέξης: «απαγορεύεται», είναι σαφές πιστεύω, ότι η διάταξη αυτή είναι δημόσιας τάξης, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών (ασφαλισμένου και ασφαλιστή) διαφορετικά (όπως γίνεται δεκτό ότι συμβαίνει σε σχέση με την αντίστοιχη –διαφορετικής διατύπωσης- διάταξη του άρθρου 6 του ασφαλιστικού νόμου 2497/1997, η οποία μάλιστα και νομολογιακά έχει κριθεί, ότι δεν είναι δημόσιας τάξης, βλ. έτσι ΑΠ 745/2005).
Το αντίθετο, πέραν του ότι θα αναιρούσε το σκοπό θέσπισης της διάταξης αυτής, επιπρόσθετα είναι προφανές, ότι θα δημιουργούσε και αθέμιτο ανταγωνισμό, αφού, σε περίπτωση που θα θεωρείτο επιτρεπτή μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών μια διαφορετική ρύθμιση (δηλαδή να είναι δυνατή η παράδοση του ασφαλιστηρίου και χωρίς την πληρωμή ολόκληρου του ασφαλίστρου), τότε, ενόψει και της κρατούσας οικονομικής κρίσης και δυσπραγίας, θα μπορούσαν να εμφανιστούν ασφαλιστές, οι οποίοι επιδιώκοντας την προσέλκυση πελατών/ ασφαλισμένων, θα προσέφεραν ασφαλιστήρια με διευκολύνσεις ως προς την πληρωμή των ασφαλίστρων (π.χ. παροχή της δυνατότητας καταβολής/εξόφλησης των ασφαλίστρων σε χρόνο μεταγενέστερο της παράδοσης του ασφαλιστηρίου, ή της εξόφλησής τους σε δόσεις).

– Αστοχία διατύπωσης της νέας πιο πάνω διάταξης
Βέβαια τα παραπάνω είναι προφανές, ότι έρχονται σε αντίφαση με το φερόμενο ως εισαγόμενο νέο σύστημα στις ασφαλιστικές συμβάσεις της αστικής ευθύνης έναντι τρίτων από την κυκλοφορία αυτοκινήτων: «πληρώνω – τυπώνω» που αντικατέστησε το προϊσχύον σύστημα «τυπώνω – πληρώνω», αλλά και προς το σκοπό της νέας διάταξης που είναι και η ασφάλεια των συναλλαγών, για την επίτευξη του οποίου, καθιερώνεται με τη νέα προστιθέμενη παράγραφο 2γ, στο άρθρο 5 του π.δ. 237/1986, υποχρέωση του ασφαλιστή, της σε «πραγματικό» χρόνο ενημέρωσης του Κέντρου Πληροφοριών, «…για την έναρξη και τη διάρκεια ισχύος κάθε νέας ασφαλιστικής σύμβασης και κάθε ανανέωσης αυτής». Ας σημειωθεί, ότι και στη διάταξη αυτή, χρησιμοποιείται η φράση «…έναρξη και τη διάρκεια ισχύος κάθε νέας ασφαλιστικής σύμβασης..» και όχι π.χ. η φράση «…έναρξη της ασφαλιστικής κάλυψης», ενώ δεν επιβάλλεται η ενημέρωση της «ημερομηνίας πληρωμής των ασφαλίστρων».
Εξάλλου η επίτευξη της σε «πραγματικό» χρόνο (= κατά τη στιγμή που λαμβάνει χώρα η σχετική πράξη κατάρτισης της ασφαλιστικής σύμβασης) επιβαλλόμενης ενημέρωσης αυτής, προϋποθέτει καθιέρωση συστήματος αυτόματης ηλεκτρονικής ενημέρωσης του εκάστοτε εκδιδόμενου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, στο οποίο, ένα από τα βασικά αναγραφόμενα σ’ αυτό στοιχεία, είναι βέβαια εκτός των άλλων, και «η έναρξη και διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης».
Ας σημειωθεί, ότι ήδη, όσον τουλάχιστον αφορά τις ασφαλιστικές εταιρείες που είναι ενταγμένες στο σύστημα της ΥΣΑΕΕ (Υπηρεσίας Στατιστικής Ασφαλιστικών Εταιρειών), τη στιγμή που αυτές προβαίνουν στην έκδοση ασφαλιστηρίου συμβολαίου, γίνεται ηλεκτρονική ενημέρωση στο σύστημα της ΥΣΑΕΕ, της έκδοσης του ασφαλιστηρίου αυτού και όλων των βασικών στοιχείων του, μεταξύ των οποίων βέβαια και της ημερομηνίας έναρξης και λήξης του.
– Από τα παραπάνω καθίσταται όμως προφανές, ότι η θεσπισθείσα πιο πάνω νέα διάταξη, με το συγκεκριμένο τουλάχιστον περιεχόμενο και γραμματική της διατύπωση, δεν επιτυγχάνει το σκοπό που επικαλείται ο συντάκτης της στην αιτιολογική έκθεση του συγκεκριμένου άρθρου.
Το πλέον ενδεδειγμένο και ασφαλές θα ήταν, ο σαφής και κατηγορηματικός ορισμός με τη νέα διάταξη, ότι δεν είναι δυνατή η κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης για την κάλυψη της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, χωρίς να έχει προκαταβληθεί το σχετικό ασφάλιστρο και ότι η παρά ταύτα καταρτισθείσα τέτοια σύμβαση θα είναι άκυρη έναντι πάντων (erga omnes). Αυτό άλλωστε συνιστά απαρέγκλιτη εφαρμογή του φερόμενου ως νέου εισαγόμενου συστήματος «πληρώνω-τυπώνω» και μόνο έτσι θα επιτυγχανόταν ο επιδιωκόμενος σκοπός της ασφάλειας των συναλλαγών.
Σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα, μπορεί βέβαια να αντιταχθεί, ότι αποτελεί συνετή επιλογή του ίδιου του ασφαλιστή (και το αντίθετο, δικό του επιχειρηματικό κίνδυνο), να μη δέχεται τη κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης για την κάλυψη της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων χωρίς την προκαταβολή του ασφαλίστρου, όμως μια τέτοια πρακτική, στο πλαίσιο του κρατούντος ανταγωνισμού και της δεδομένης οικονομικής κατάστασης, δύσκολα μπορεί να ακολουθηθεί, χωρίς αντίστοιχη υποχρεωτική νομοθετική ρύθμιση, που να την επιβάλλει σε όλη την ασφαλιστική αγορά, χωρίς παρεγκλίσεις και παραβιάσεις.

– Τρόπος πληρωμής του ασφαλίστρου
Ως προς τον τρόπο πληρωμής του ασφαλίστρου, σημειώνεται, ότι, ενώ στην αντίστοιχου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 6 του ν. 2496/1997 (ασφαλιστικού νόμου) γίνεται χρήση της λέξης σε «μετρητά», στη νέα παράγραφο 2 στο άρθρο 5 του π.δ. 237/1986, δεν γίνεται χρήση τέτοιας λέξης, αλλά απλώς χρησιμοποιείται η φράση «καταβολή ολόκληρου του ασφαλίστρου». Έτσι θα πρέπει να γίνει δεκτό, ότι η πληρωμή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο που διευκολύνει την εξόφληση, κάτι που άλλωστε γίνεται δεκτό και σε σχέση με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 6 του ασφαλιστικού νόμου, παρά μάλιστα τη χρήση σ’ αυτή της λέξης, σε «μετρητά» (Κ. Νούσιας, ο.π.π. σελ. σελ. 122 περ. αρ. 6).

– Διάρκεια της ασφάλισης
Η διάρκεια της ασφάλισης είναι αυτή και μόνο, που αναγράφεται στο ασφαλιστήριο. Με τη διάταξη αυτή, και η ασφάλιση της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, εναρμονίζεται ως προς το ζήτημα αυτό, με τις λοιπές ασφαλίσεις (που ρυθμίζονται από τον ασφαλιστικό νόμο 2496/1997).

– Ανανέωση της ασφάλισης
1. Για να ανανεωθεί η διάρκεια της ασφάλισης, θα πρέπει ΠΡΙΝ τη λήξη της (= το αργότερο τη τελευταία ημέρα της αναγραφόμενης στο ασφαλιστήριο διάρκειάς της), να καταβληθεί ολόκληρο το ασφάλιστρο που αντιστοιχεί στη νέα (αμέσως επόμενη) ασφαλιστική περίοδο (νέα προστιθέμενη παράγραφος 2β, στο άρθρο 5 του π.δ. 237/1986). Έτσι καταργείται το προηγούμενο καθεστώς, σύμφωνα με το οποίο η ασφαλιστική σύμβαση ανανεωνόταν αυτοδικαίως (χωρίς να μεσολαβήσει ενέργεια των μερών) για ισόχρονη προς την προηγούμενη χρονική περίοδο, ενώ για να πάψει να ισχύει, θα έπρεπε να μεσολαβήσει είτε συμφωνία των μερών, είτε σχετική καταγγελία, για την οποία θα έπρεπε να τηρηθούν όλες οι διατυπώσεις που προβλέπονταν στο τότε άρθρο 11α του π.δ. 237/1986.
Για την ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης, εκδίδεται από την ασφαλιστική εταιρία ανανεωτήριο ασφαλιστικό συμβόλαιο, για την παράδοση βέβαια του οποίου στον ασφαλισμένο, θα πρέπει –όπως και για το πρωτοασφαλιστήριο- να έχει καταβληθεί το προβλεπόμενο για τη νέα περίοδο ασφάλιστρο. Επίσης και για την απόδειξη της ανανέωσης της ασφαλιστικής σύμβασης, μολονότι η νέα διάταξη δεν ορίζει κάτι ειδικά ως προς αυτήν, είναι προφανές ότι θα ισχύουν αναλογικά, αυτά που ορίζονται στη νέα διάταξη σε σχέση με το πρωτοασφαλιστήριο και έτσι η ανανέωση της ασφάλισης θα αποδεικνύεται από το ανανεωτήριο συμβόλαιο, το οποίο θα πρέπει (και αυτό) να αποστέλλεται από τον ασφαλιστή, εντός πέντε (5) ημερών, ενώ μέχρι τότε, ο ασφαλισμένος σε περίπτωση ελέγχου, προς απόδειξη της ανανέωσης της ασφαλίσεως του οχήματός.του, θα μπορεί να επιδεικνύει το σχετικό παραστατικό/απόδειξη πληρωμής των ασφαλίστρων.
Εξάλλου σε σχέση με τη τυχόν έκδοση και παράδοση ανανεωτηρίου συμβολαίου, χωρίς να έχει προηγηθεί πληρωμή των ασφαλίστρων της νέας περιόδου, ισχύουν mutatis mutandis, όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, σε σχέση την παράδοση του πρωτασφαλιστηρίου συμβολαίου.
2. Εφόσον δεν ανανεωθεί σύμφωνα με τα αμέσως πιο πάνω η διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης, τότε η λύση της:
α) όσον αφορά τις σχέσεις της ασφαλιστικής εταιρίας με τον λήπτη της ασφάλισης (και τον ασφαλισμένο), επέρχεται αυτόματα, με την πάροδο της τελευταίας ημέρας της οριζόμενης στο ασφαλιστήριο διάρκειάς της, χωρίς να χρειάζεται να προηγηθεί οποιαδήποτε ενημέρωση (ειδοποίηση, όχληση, καταγγελία κλπ) από μέρους της εταιρίας προς τον λήπτη της ασφάλισης (ή και τον ασφαλισμένο). Τέτοια μάλιστα ενημέρωση, δεν χρειάζεται να γίνει, ούτε και προς το Κέντρο Πληροφοριών, αφού σε σχέση με αυτό, προβλέπεται η σε «πραγματικό» χρόνο ενημέρωσή του «για την έναρξη και τη διάρκεια ισχύος κάθε νέας ασφαλιστικής σύμβασης και κάθε ανανέωση αυτής» (νέα προστιθέμενη παράγραφος 2γ, στο άρθρο 5 του π.δ. 237/1986), χωρίς να τίθεται υποχρέωση για ενημέρωση και της λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης (αφού κάτι τέτοιο είναι προδήλως περιττό, ενόψει της υποχρέωσης για ενημέρωση της έναρξης και διάρκειας της ασφαλιστικής σύμβασης, καθώς και της τυχόν ανανέωσής της).
Ενόψει της γραμματικής διατύπωσης της νέας διάταξης, που θέτει ως προϋπόθεση για την ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης, την προκαταβολή των ασφαλίστρων το αργότερο ΠΡΙΝ τη λήξη της (= το αργότερο τη τελευταία ημέρα της αναγραφόμενης στο ασφαλιστήριο διάρκειάς της), είναι προφανές, ότι αν ο ασφαλισμένος καταβάλλει τα ασφάλιστρα καθυστερημένα, έστω και κατά μία ημέρα, τότε, δεν θα έχουμε ανανέωση της προηγούμενης σύμβασης, αλλά κατάρτιση νέας.
– Ζήτημα μπορεί να τεθεί, για το εάν ο ασφαλιστής μπορεί να αρνηθεί την ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης, σε περίπτωση που ο ασφαλισμένος προβεί σε προκαταβολή (π.χ. με τραπεζική κατάθεση στο λογαριασμό του ασφαλιστή) των ασφαλίστρων που προβλέπονται για τη νέα περίοδο, πριν τη λήξη της προηγούμενης. Στη σχετική διάταξη δεν περιέχεται τέτοια πρόβλεψη, χρησιμοποιείται όμως σε σχέση με την ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης, το ρήμα «επιτρέπεται», το οποίο βέβαια δεν έχει την έννοια της υποχρεωτικότητας, αλλά μάλλον της συναίνεσης, ενώ στο νέο άρθρο 11α του ίδιου νόμου, δεν γίνεται βέβαια επανάληψη της διάταξης της παραγράφου 4 του αντικατασταθέντος προηγούμενου ίδιου άρθρου, με την οποία παρεχόταν η δυνατότητα στον ασφαλιστή που δεν επιθυμούσε την ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης να γνωστοποιήσει την εναντίωσή του ως προς αυτήν (υπό τις προβλεπόμενες στη σχετική διάταξη διατυπώσεις), η οποία όμως ανανέωση, θα επερχόταν κατά το τότε ισχύοντα, αυτοδικαίως. Κάτι που πλέον παύει να ισχύει, αφού με τη νέα πιο πάνω διάταξη, καταργήθηκε η αυτοδίκαιη ανανέωση της διάρκειας της ασφαλιστικής σύμβασης, γεγονός που από την άλλη μεριά παραπέμπει βέβαια στην ανάγκη νέας συναίνεσης των μερών για την ανανέωσή της. Ενόψει όμως του επιδιωκόμενου (και) με τη νέα διάταξη σκοπού της ασφάλειας των συναλλαγών και του προβλήματος που θα δημιουργούσε η άποψη, ότι παρά την κατοχή από τον ασφαλισμένο απόδειξης προκαταβολής των ασφαλίστρων της νέας περιόδου, παρά ταύτα, αυτός δεν θεωρείται ασφαλισμένος, χωρίς να αποδεικνύεται και η συναίνεση του ασφαλιστή για την ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης (συναίνεση που θα αποδεικνυόταν με την έκδοση και παράδοση του ανανεωτηρίου συμβολαίου), πιο συνεπής προς τον σκοπό των σχετικών διατάξεων (αλλά και όλου του νόμου) λύση για το ζήτημα αυτό, θα είναι να γίνει δεκτό, ότι με μόνη την γενόμενη προκαταβολή αυτή, επέρχεται η ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης και η παρεχόμενη με αυτήν ασφαλιστική κάλυψη (μόνη προϋπόθεση της οποίας είναι η προκαταβολή των ασφαλίστρων πριν τη λήξη της προηγούμενης ασφαλιστικής περιόδου) και έτσι για τη μονομερή λύση της θα πρέπει ο ασφαλιστής να ακολουθήσει τη σχετική διαδικασία που προβλέπεται για την από μέρους του μονομερή καταγγελία της σύμβασης, τηρώντας όλες τις σχετικές διατυπώσεις.
– Εννοείται, ότι αν ο ασφαλισμένος δεν επιθυμεί την ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης, απλά και μόνο αυτός δεν θα προβεί σε προκαταβολή των ασφαλίστρων για τη νέα περίοδο. Στην περίπτωση βέβαια αυτή που δεν επιθυμεί την ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης, για να μην καταστεί ανασφάλιστος, θα πρέπει το αργότερο την ίδια ημέρα που λήγει η ασφαλιστική σύμβαση, να προβεί σε νέα ασφάλιση του οχήματός του σε άλλον ασφαλιστή προκαταβάλλοντας το σχετικό ασφάλιστρο, προκειμένου η ασφαλιστική κάλυψη στο νέο ασφαλιστή να ξεκινά, το αργότερο την ημέρα και ώρα που λήγει η προηγούμενη. Άλλωστε ο ασφαλισμένος, οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης, μπορεί, είτε να προβεί σε πρόωρη λύση της με μονομερή καταγγελία από μέρους του, είτε και να προβεί σε κατάρτιση νέας ασφαλιστικής σύμβασης σε άλλον ασφαλιστή, γεγονός που (σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 11 του π.δ. 327/1876) επιφέρει αυτοδίκαιη κατάργηση (ακύρωση) της ασφαλιστικής σύμβασης με τον προηγούμενο ασφαλιστή.
β) όσον αφορά την ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρίας έναντι του ζημιωθέντος τρίτου (η λύση της), επέρχεται μετά την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών, από την επομένη της τελευταίας ημέρας της αναγραφόμενης στο ασφαλιστήριο διάρκειας της ασφαλιστικής σύμβασης (νέα προστιθέμενη παράγραφος 2α, στο άρθρο 5 του π.δ. 237/1986, , μετά την αντικατασταθείσα κατά τα πιο πάνω παράγραφο 2 αυτού).[Είναι αυτονόητο, ότι αυτό βέβαια θα ισχύει για την περίπτωση που ο λήπτης της ασφάλισης/ασφαλισμένος, δεν έχει στο μεταξύ προβεί στη σύναψη νέας ασφαλιστικής σύμβασης σε άλλη ασφαλιστική εταιρία, καθόσον αν αυτός στο μεταξύ, δηλαδή πριν την πάροδο των 16 ημερών, συνάψει νέα σύμβαση ασφάλισης σε άλλη εταιρία, τότε από την κατάρτιση σύμβαση ασφάλισης με τη νέα ασφαλιστική εταιρία, υπεύθυνη αποζημιώσεως εφεξής θα είναι η νέα ασφαλιστική εταιρία και αυτομάτως θα διακόπτεται από το λόγο αυτό, από τη στιγμή εκείνη –και έτσι πριν πια την πάροδο των ημερών που τυχόν απομένουν μέχρι τη συμπλήρωση των δεκαέξι- η έναντι των τρίτων ευθύνη της προηγούμενης ασφαλιστικής εταιρίας. Δηλαδή, αν η διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης είναι μέχρι την 31/12/2014 και αυτή, το αργότερο μέχρι την ημέρα αυτή, δεν ανανεωθεί -ανανέωση που θα γίνει με την πληρωμή του συνολικού ποσού των ασφαλίστρων που θα αντιστοιχούν στη νέα ασφαλιστική περίοδο-, τότε, αν ο πρώην ασφαλισμένος καταρτίσει νέα σύμβαση σε άλλη ασφαλιστική εταιρία π.χ. στις 03/01/2014, η παλαιά εταιρία θα ευθύνεται έναντι των τρίτων για τυχόν ατύχημα που θα έχει προκαλέσει ο πρώην ασφαλισμένος της, μόνο κατά την διάρκεια των δύο ημερών που ήταν αυτός χωρίς ασφάλιση, δηλαδή την 1η και 2η Ιανουαρίου 2015, ενώ για τυχόν ατυχήματα από τις 03/01/2015 και εφεξής, θα ευθύνεται η νέα εταιρία] Έτσι, αν ο πρώην ασφαλισμένος, από την επομένη της τελευταίας ημέρας της διάρκειας που αναγραφόταν στο ασφαλιστήριο και μέχρι την συμπλήρωση δεκαέξι (16) ημερών, προξενήσει στο διάστημα αυτό κάποιο ατύχημα σε βάρος τρίτου (χωρίς στο μεταξύ να έχει προβεί σε νέα ασφάλιση του οχήματός του), τότε η πρώην ασφαλιστική εταιρία είναι υπεύθυνη αποζημιώσεως έναντι του ζημιωθέντος τρίτου, αλλά θα έχει στην περίπτωση αυτή, δικαίωμα επανείσπραξης από τον πρώην ασφαλισμένο της, του ποσού της αποζημιώσεως που θα καταβάλει αυτή στο ζημιωθέντα τρίτο.

– Ενημέρωση του Κέντρου Πληροφοριών για κάθε νέα ασφαλιστική σύμβαση και τυχόν ανανέωσή της
Η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει σε πραγματικό χρόνο το Κέντρο Πληροφοριών για την έναρξη και τη διάρκεια ισχύος κάθε νέας ασφαλιστικής σύμβασης και για κάθε ανανέωση αυτής (νέα προστιθέμενη παράγραφος 2γ, στο άρθρο 5 του π.δ. 237/1986).
– Δεν προβλέπεται όμως στις σχετικές διατάξεις κύρωση για τη τυχόν παράλειψη της οφειλόμενης ενημέρωσης αυτής, αφού σύμφωνα με τη νέα πιο πάνω ρύθμιση, το διάστημα των 16 ημερών κατά το οποίο συνεχίζεται η έναντι ζημιωθέντων τρίτων ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρίας, αρχίζει από την επομένη της τελευταίας ημέρας που λήγει η αναγραφόμενη στο ασφαλιστήριο διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης (και όχι από την ενημέρωση της λήξης αυτής στο Κέντρο Πληροφοριών).
– Η θεσπιζόμενη με την αμέσως πιο πάνω νέα διάταξη, ενημέρωση του Κέντρου Πληροφοριών σε «πραγματικό» χρόνο (= κατά τη στιγμή που λαμβάνει χώρα η σχετική πράξη κατάρτισης της ασφαλιστικής σύμβασης, ή της τυχόν ανανέωσής της), προϋποθέτει κανονικά σύστημα ηλεκτρονικής ενημέρωσης, αφού μόνο με αυτό, μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο.

– Απόδειξη της ασφαλιστικής κάλυψης
1. Με τη νέα διάταξη, καταργήθηκε η οριζόμενη (στην ήδη καταργηθείσα παράγραφο 2 του προηγούμενου άρθρου 5 του π.δ. 237/1986) έκδοση και χορήγηση από μέρους του ασφαλιστή έγγραφης βεβαίωσης και του γνωστού ειδικού σήματος (που έπρεπε να επικολληθεί σε εμφανές μέρος του ασφαλισμένου οχήματος), ως αποδεικτικού στοιχείου για την παρεχόμενη ασφαλιστική κάλυψη.
Εξάλλου με τις τελικές διατάξεις (παράγραφος 18) του άρθρου 169 του ν. 4261/2014 «καταργείται η υπ’ αριθμ. Κ4/2674/14.12.1977(Β΄1291) Α.Υ.Ε. (ήδη Ανάπτυξης), με την οποία ρυθμίζονταν ο τύπος του ειδικού σήματος ασφάλισης
2. Ήδη με τη νέα διάταξη της παραγρ. 2 του άρθρου 5 του π.δ. 237/1986, η απόδειξη της τήρησης της υποχρεώσεως για την ασφάλιση του αυτοκινήτου, έναντι των οργάνων που είναι αρμόδια για την επιβολή των σχετικών κυρώσεων για τα ανασφάλιστα οχήματα, γίνεται με την επίδειξη του σχετικού ασφαλιστηρίου, το οποίο ο ασφαλιστής υποχρεούται να αποστείλει στον ασφαλισμένο του (ή στον λήπτη της ασφάλισης), εντός πέντε (5) ημερών από την είσπραξη του σχετικού ασφαλίστρου. Ενώ σε περίπτωση που ο οδηγός του αυτοκινήτου ελεγχθεί κατά το διάστημα αυτό που μεσολαβεί μεταξύ της πληρωμής των ασφαλίστρων και της περιέλευσης του ασφαλιστηρίου στην κατοχή του, αυτός για την απόδειξη της τήρησης της σχετικής υποχρεώσεώς του, αρκεί να επιδείξει τη σχετική απόδειξη πληρωμής του προβλεπόμενου ασφαλίστρου. Θα πρέπει βέβαια να γίνεται δεκτό (το αντίθετο, θα ήταν ανεπιεικές και παράλογο), ότι η με τον ίδιο τρόπο αυτό (που ρητά προβλέπεται για το μεσολαβούν διάστημα των πέντε ημερών, που ορίζει η νέα διάταξη, ως χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο ο ασφαλιστής οφείλει να αποστείλει το ασφαλιστήριο), θα μπορεί να αποδεικνύει ο ελεγχόμενος από τα ελεγκτικά όργανα την έναρξη της ασφαλιστικής κάλυψης του οχήματος, ακόμα και αν ο έλεγχος γίνεται και μετά την πάροδο των πέντε ημερών από την πληρωμή των ασφαλίστρων, στην περίπτωση, που παρά την πάροδο του διαστήματος αυτού, δεν έχει περιέλθει ακόμα στην κατοχή του το σχετικό ασφαλιστήριο, αφού η καθυστέρηση αυτή, είναι προφανές, ότι δεν θα οφείλεται σε δική του ευθύνη.
3. Είναι χαρακτηριστικό, ότι και σε σχέση με την απόδειξη αυτή, γίνεται με την πιο πάνω διάταξη γραμματική αναφορά, στην απόδειξη της ασφαλιστικής κάλυψης (και όχι ασφαλιστικής σύμβασης). Ενώ η σχετική απόδειξη με τον πιο πάνω τρόπο (= το συγκεκριμένο τρόπο απόδειξης της παρασχεθείσας ασφαλιστικής κάλυψης), αναφέρεται μόνο έναντι των ελεγκτικών οργάνων (π.χ. αστυνομικών οργάνων) και όχι και ως προς τις σχέσεις μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή.
Τέλος και από την πιο πάνω διάταξη, γίνεται σαφές, ότι το ασφαλιστήριο, αποτελεί αποδεικτικό και όχι συστατικό της σχετικής ασφαλιστικής σύμβασης.

Β.- ΠΡΟΩΡΗ ΛΥΣΗ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΠΡΟΒΛΕΠΟΜΕΝΗ ΣΤΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗΡΙΟ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ, ΜΕ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΥΟ ΜΕΡΩΝ
Τα μέρη που συμβάλλονται στην ασφαλιστική σύμβαση μπορούν να τη λύσουν οποτεδήποτε πριν την αναγραφόμενη στο ασφαλιστήριο διάρκειά της, με κοινή συμφωνία τους, η οποία θα πρέπει να είναι γραπτή.
Η ασφάλιση παύει να ισχύει μεταξύ ασφαλισμένου (και λήπτη της ασφάλισης) και της ασφαλιστικής εταιρίας, από τη στιγμή της έγγραφης κοινής συμφωνίας.
Όμως έναντι των τρίτων η λύση της ασφάλισης μπορεί να προβληθεί ΜΟΝΟΝ μετά την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών, από την γνωστοποίηση της με κοινή συμφωνία πρόωρης λύσης της, στο Κέντρο Πληροφοριών. Επομένως θα πρέπει η λύση της σύμβασης να γνωστοποιηθεί άμεσα στο Κέντρο Πληροφοριών. Για διάστημα 16 ημερών από την αμέσως πιο πάνω γνωστοποίηση της με κοινή συμφωνία πρόωρης λύσης στο Κέντρο Πληροφοριών, αν συμβεί ατύχημα, ο ασφαλιστής υποχρεούται να καλύψει τον ζημιωθέντα τρίτο, αλλά έχει δικαίωμα επανείσπραξης του ποσού αυτού από τον πρώην ασφαλισμένο του. Εννοείται ότι τέτοιο δικαίωμα επανείσπραξης έχει ο ασφαλιστής κατά το ασφαλισμένου του και στην περίπτωση που συμβεί ατύχημα, κατά το διάστημα, μεταξύ της υπογραφής της έγγραφης κοινής συμφωνίας τους για την πρόωρη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης και μέχρι την γνωστοποίηση της λύσης αυτής στο Κέντρο Πληροφοριών. Γι’ αυτό ο ασφαλισμένος που προβαίνει σε πρόωρη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης με τον πιο πάνω τρόπο, θα πρέπει ήδη να έχει φροντίσει (σύμφωνα και με πιο πάνω) να έχει προβεί στην προκαταβολή ασφαλίστρου σε νέο ασφαλιστή για την ασφαλιστική κάλυψη του οχήματός του (εφόσον βέβαια εξακολουθεί να θέλει να το έχει σε κυκλοφορία), το αργότερο την ημέρα της υπογραφής της γραπτής συμφωνίας για τη λύση της μέχρι τότε ασφαλιστικής σύμβασης.

Γ.- ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗ
Η ασφαλιστική εταιρία μπορεί, με επιστολή της (δεν ορίζεται με τη νέα διάταξη, ότι αυτή πρέπει να είναι “συστημένη” ή “επί αποδείξει”, όπως γινόταν με το αντικατασταθέν ίδιο άρθρο αυτό), να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση, αλλά μόνο για παράβαση ουσιώδους όρου αυτής από τον λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο (ενώ, κατ’ αρχάς τέτοια παράβαση δεν θα νοείτο κανονικά να είναι η οφειλή ασφαλίστρων, αφού με την επελθούσα τροποποίηση, δεν αρχίζει η ασφαλιστική κάλυψη, αν δεν είχε καταβληθεί το σύνολο του ποσού των ασφαλίστρων, παρά ταύτα, με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν σε σχέση με την περίπτωση της κατάρτισης της ασφαλιστικής σύμβασης πριν την πληρωμή των ασφαλίστρων, καθώς και σε σχέση με την περίπτωση, που παρά τη σχετική απαγόρευση, ο ασφαλιστής παραδώσει το ασφαλιστήριο, χωρίς να έχει εισπράξει το ασφάλιστρο, στην πράξη και υπό το νέο καθεστώς είναι δυνατό να υπάρξει τέτοιος λόγος καταγγελίας. Άλλη τέτοια παράβαση μπορεί να είναι π.χ. η παραχώρηση του αυτοκινήτου σε οδηγό χωρίς δίπλωμα, ή σε οδηγό που τελεί υπό την επίδραση μέθης, η μη υποβολή του οχήματος στον προβλεπόμενο έλεγχο ΚΤΕΟ και διαπίστωση της καλής λειτουργίας του, η παραχώρηση της οδήγησής του σε νέο οδηγό, χωρίς να έχει αυτό δηλωθεί και συμφωνηθεί κατά την σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, ώστε να έχει καταβληθεί το προβλεπόμενο επασφάλιστρο, ενώ αντιθέτως μόνη η εμπλοκή σε τροχαίο ατύχημα δεν αποτελεί άνευ ετέρου και ουσιώδη λόγο καταγγελίας).
Το βάρος απόδειξης της επικαλούμενης παράβασης –καθώς και της μη συμμόρφωσής σ’ αυτή μέσα στη προθεσμία των 30 ημερών- το φέρει η ασκούσα τη καταγγελία ασφαλιστική εταιρία.
Η γραπτή δήλωση καταγγελίας αυτή, απευθύνεται στο λήπτη της ασφάλισης ή και τον ασφαλισμένο. Επισημαίνεται, ότι με τη διατύπωση της νέας διάταξης, φαίνεται να παρέχεται στον ασφαλιστή η δυνατότητα, να απευθύνει τη καταγγελία του, κατ’ επιλογή του, διαζευκτικά («ή»), είτε στο λήπτη της ασφάλισης, είτε στον ασφαλισμένο, ενώ με την αντικατασταθείσα διάταξη, όφειλε να την επιδώσει και στους δύο. Έτσι όμως με τη νέα ρύθμιση δεν προστατεύεται επαρκώς ο λήπτης της ασφάλισης, αφού με την παρεχόμενη στον ασφαλιστή διαζευκτική πιο πάνω ευχέρεια να ενημερώσει κατ’ επιλογή του μόνο τον ασφαλισμένο (ίσως και γιατί αυτόν αφορά ενδεχόμενα ο λόγος της καταγγελίας), δεν διασφαλίζεται η πραγματική ενημέρωση του λήπτη της ασφάλισης, δεδομένου, ότι όπως χαρακτηριστικά έχει διατυπωθεί (Ι. Ρόκας): ασφαλισμένος ενός οχήματος, μπορεί να καταστεί, ο οποιοσδήποτε κάτοικος της υφηλίου.
Στη καταγγελία του ασφαλιστή θα πρέπει να αναγράφονται, αφενός μεν η επικαλούμενη παράβαση του ουσιώδους όρου, αφετέρου η επισήμανση (πρόσκληση) προς τον ειδοποιούμενο λήπτη της ασφάλισης (ή και τον ασφαλισμένο), ότι αν αυτός δεν συμμορφωθεί με τον παραβιασθέντα απ’ αυτόν ουσιώδη όρο, μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της καταγγελίας, θα επέρχεται με την πάροδο της προθεσμίας αυτής, η λύση της ασφαλιστικής σύμβασης (βέβαια ορισμένες από τις παραβάσεις για τις οποίες μπορεί να υπάρξει καταγγελία από μέρους του ασφαλιστή, όπως π. χ. αυτές της οδήγησης υπό την επήρεια μέθης, ή παραχώρησης της οδήγησης του ασφαλισμένου οχήματος σε οδηγό χωρίς δίπλωμα, είναι ασύμβατες με την οριζόμενη στη διάταξη προϋπόθεση να ταχθεί προθεσμία 30 ημερών προς συμμόρφωση και έτσι ως προς αυτές δεν χωρεί προθεσμία συμμόρφωσης).
Η επιστολή που θα περιέχει την πιο πάνω καταγγελία, θα αποστέλλεται στη διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής του λήπτη της ασφάλισης ή/και του ασφαλισμένου, που αναγράφεται στο ασφαλιστήριο. Ως κατοικία ή διαμονή, θεωρείται και η τελευταία διεύθυνση που ο λήπτης της ασφάλισης ή/και ο ασφαλισμένος δήλωσε εγγράφως στην ασφαλιστική επιχείρηση. Τα αποτελέσματα της καταγγελίας θα επέρχονται ακόμα κι αν ο λήπτης της ασφάλισης ή/και ο ασφαλισμένος αρνηθεί να παραλάβει την επιστολή με την οποία γίνεται η καταγγελία, καθώς επίσης ακόμα κι αν αυτοί (λήπτης της ασφάλισης ή/και ο ασφαλισμένος) δεν βρεθούν στις διευθύνσεις κατοικίας, ή διαμονής που έχουν δηλώσει και αναγραφεί στο ασφαλιστήριο, ή ακόμα και στην περίπτωση αποστολής συστημένης επιστολής (για την οποία, ο διανομέας αν δεν τους βρει αφήσει ειδοποιητήριο), δεν προσέλθει στο ταχυδρομείο για την παραλαβή της. Ενόψει της μη επανάληψης με τη νέα διάταξη της διατυπώσεως του προηγούμενου άρθρου, ότι η επιστολή στην οποία περιέρχεται η καταγγελία του ασφαλιστή, πρέπει να είναι “συστημένη” ή “επί αποδείξει”, και της καθιερούμενης έτσι με οποιοδήποτε τρόπο αποδείξεως της αποστολής μιας τέτοιας επιστολής και παραπέρα της περιέλευσής της (με τις πιο πάνω διακρίσεις, για τη μη ανεύρεση του παραλήπτή του, ή για την άρνησή του να την παραλάβει), προβλήματα θα μπορούν να εμφανιστούν στην πράξη, ως προς την ασφάλεια της απόδειξης της αποστολής και παραπέρα της περιέλευσης μιας τέτοιας επιστολής, ενόψει και των σημαντικών συνεπειών που αυτή επιφέρει [αντίστοιχα ζητήματα είχαν προκύψει στο παρελθόν, υπό το προϊσχύσαν καθεστώς και είχαν αντιμετωπισθεί από τη νομολογία, με επικρατήσασα τότε τη θεωρία της παραλαβής ή λήψης, που δέχεται ο ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η δήλωση θεωρείται συντελεσθείσα, όχι απλώς από την αποτύπωσή της στον εξωτερικό κόσμο (θεωρία της εκδηλώσεως), ούτε από τη γνώση του περιεχομένου της εκ μέρους του παραλήπτη προς τον οποίο απευθύνεται (θεωρία της γνώσεως), αλλά από την παραλαβή της (ληψιδεής δήλωση βουλήσεως του συμβαλλόμενου μέρους). Έτσι, για να παράγει τα αποτελέσματά της απαιτείται περιέλευσή της στον παραλήπτη. Ο νομοθέτης, για να εξασφαλίσει την περιέλευσή της στον παραλήπτη, απαιτούσε να περιέχεται σε έγγραφο, και μάλιστα συστημένο ή επί αποδείξει. Ο τρόπος αυτός κοινοποίησης εξασφαλίζει τη δυνατότητα γνώσης εκ μέρους του παραλήπτη, προς τον οποίο και μόνο παραδίδεται. Η επιλογή από το νόμο του τρόπου αυτού επίδοσης οφειλόταν στη σημαντική έννομη συνέπεια που αναφέρεται στη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης και την έκτοτε διακοπή της ασφαλιστικής κάλυψης. Έτσι επί συστημένης επιστολής μέσω των Ελληνικών Ταχυδρομείων γινόταν δεκτό, ότι δεν αρκεί η εγχείριση από τον ταχυδρόμο της γραπτής ειδοποίησης στον παραλήπτη ή η ρίψη του ειδοποιητηρίου ή της επιστολής στο γραμματοκιβώτιο του παραλήπτη, αλλά απαιτείται και η παραλαβή της συστημένης επιστολής αυτοπροσώπως από τον παραλήπτη -«χέρι με χέρι»-, οπότε εξασφαλίζεται η δυνατότητα γνώσης εκ μέρους του τού περιεχομένου της. Και επί απλής επιστολής γινόταν δεκτό ότι ισχύει το ίδιο, δηλαδή απαιτείται η παραλαβή της αυτοπροσώπως από τον παραλήπτη και δεν αρκεί η ρίψη αυτής στο γραμματοκιβώτιο του τελευταίου Έτσι και ΑΠ 122/2004 ΕλλΔνη 45 (2004) 727 = ΕπιθΣυγκΔ 2004 σελ. 233, ΕφΑθ 2689/2003 ΕπιθΣυγκΔ 2004 σελ. 238, Γεωργιάδης, σε Γενικές Αρχές (1996) π.α. 423· Γεωργιάδης-Σταθόπουλος, σε ΑΚ άρθρο 167.ΙΙΙ.1· Κρητικός, σε «Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα», 3η έκδοση, Αθήνα 1998, περ. αρ. 1965 επ. και 1701 -συμπεριλαμβανομένου του Συμπληρώματος, Αθήνα 2002-· ΑΠ 1250/2001 ΕλλΔικ 2002, 108· ΑΠ 339/1999 ΕπΣυγκΔ 2000, 15. Ας σημειωθεί ακόμα, ότι και με τη διάταξη της § 3 του άρθρου 7 του Ν. 2170/1993, με την οποία ορίστηκε ότι η γνωστοποίηση γίνεται στην κατοικία ή διαμονή του ασφαλισμένου ή του αντισυμβαλλομένου με επιστολή του ασφαλιστή προς αυτόν, γινόταν δεκτό ότι είχε καθιερωθεί μόνον απλούστευση του τρόπου της γνωστοποίησης και δεν ρυθμίστηκε άρση της υποχρέωσης της ασφαλιστικής εταιρίας να φροντίζει και να αποδεικνύει την περιέλευση της εν λόγω επιστολής, με την οποία γίνεται η γνωστοποίηση, στον παραλήπτη, ώστε να παρέχεται σ’ αυτόν η δυνατότητα γνώσης του περιεχομένου της. Εξακολουθούσε δηλαδή και μετά την ως άνω τροποποίηση η ασφαλιστική εταιρία να βαρύνεται με την απόδειξη του περιεχομένου της επιστολής, του χρόνου της αποστολής της και της λήψης της από τον αντισυμβαλλόμενο ή τον ασφαλισμένο. Έτσι και ΑΠ 122/2004 ΕλλΔνη 45 (2004) 727 = ΕπιθΣυγκΔ 2004 σελ. 233, ΕφΑθ 2689/2003 ΕπιθΣυγκΔ 2004 σελ. 238. Μάλιστα με την ΑΠ 1250/2001 ΕλλΔνη 2002, 109, είχε γίνει δεκτό, ότι επί συστημένης επιστολής μέσω των ελληνικών ταχυδρομείων (ΕΛ-ΤΑ) δεν αρκεί η εγχείριση από τον ταχυδρόμο της γραπτής ειδοποιήσεως στον παραλήπτη ή η ρίψη του ειδοποιητηρίου στο γραμματοκιβώτιο του παραλήπτη, αλλ’ απαιτείται και η παραλαβή της συστημένης επιστολής αυτοπροσώπως από τον παραλήπτη («χέρι με χέρι»), οπότε εξασφαλίζεται η δυνατότητα γνώσεως εκ μέρους του του περιεχομένου της. Περαιτέρω δε είχε κριθεί, ότι, στην περίπτωση που η ασφαλιστική εταιρία παρέδωσε στα «ΕΛ-ΤΑ» έγγραφο δικής της εκδόσεως, το οποίο φέρει τον τίτλο «κατάσταση ομαδικά κατατιθέμενων συστημένων ακυρωτικών επιστολών ασφαλιστηρίων συμβολαίων», η κατάσταση αυτή δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις του νόμου για την απόδειξη της καταγγελίας, γιατί δεν υπάρχει συστημένη επιστολή του ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο με περιεχόμενο την προαναφερθείσα αναγγελία ούτε και άλλη «επί αποδείξει» παράδοση της καταγγελίας στον ασφαλισμένο. Έτσι ΑΠ 399/1999 ΕπΣυγκΔ 2000, 15· ΕφΑθ 6220/1999 ΕλλΔνη 1999, 1578, Κρητικός, σε Συμπλήρωμα 2002 στην «Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα», π.α. 1699α]. Επισημαίνεται, ότι στη νέα διάταξη, τουλάχιστον με τη συγκεκριμένη γραμματική της διατύπωση, δεν προβλέπεται η δυνατότητα στον λήπτη της ασφάλισης ή και στον ασφαλισμένο, η οποία όμως ρητά προβλεπόταν και παρεχόταν με την αντικατασταθείσα, να επικαλεστούν και αποδείξουν, ότι «…ανυπαιτίως δεν είχαν τη δυνατότητα να λάβουν γνώση της καταγγελίας» (π.χ. λόγω απουσίας τους στο εξωτερικό, ή μακράς νοσηλείας τους σε νοσοκομείο).
– Εφόσον ο ειδοποιηθείς κατά τα πιο πάνω λήπτης της ασφάλισης (ή/και ο ασφαλισμένος) δεν συμμορφωθεί μέσα στην προθεσμία των τριάντα (30) ημερών (και εφόσον βεβαίως πράγματι έχει συντρέξει παράβαση ουσιώδους όρου, κάτι όμως που σε περίπτωση αμφισβητήσεως, θα προκύψει και αποδειχθεί εκ των υστέρων), τότε με την πάροδο απράκτου της σχετικής προθεσμίας αυτής, επέρχεται από την επομένη ημέρα, η πρόωρη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης, λύση που ισχύει εφεξής για τις σχέσεις μεταξύ ασφαλιστικής επιχείρησης και λήπτη ασφάλισης (και ασφαλισμένου).
Ζήτημα τίθεται για το εάν επέρχεται η λύση της ασφαλιστικής σύμβασης, στην περίπτωση που ο ασφαλισμένος, λαμβάνοντας την καταγγελία του ασφαλιστή και πριν παρέλθουν 30 ημέρες από την λήψη της, προβεί σε αμφισβήτηση του αναφερόμενου στην καταγγελία αυτή, σπουδαίου λόγου. Και αν μεν γίνει δεκτό ότι με την προβολή μιας τέτοιας αμφισβήτησης της καταγγελίας, αναστέλλονται οι συνέπειες της καταγγελίας, τότε είναι προφανές ότι η δυνατότητα της καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης από μέρους του ασφαλιστή, θα καθίστατο ουσιαστικά ανενεργής, ενόψει του ότι η βασιμότητα της εγειρόμενης από τον ασφαλισμένο του αμφισβήτησης μόνο δικαστικώς μπορεί να κριθεί, κάτι που χρονικά βέβαια, θα ξεπερνούσε και αυτή την υπολειπόμενη διάρκεια της σύμβασης, της οποίας επιδιωκόταν η πρόωρη λύση. Ορθότερο έτσι φαίνεται να πρέπει να γίνεται δεκτό, ότι σε περίπτωση καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης από μέρους του ασφαλιστή, με μόνη την συμπλήρωση των 30 ημερών (από την περιέλευση της επιστολής -που περιέχει την καταγγελία- στον λήπτη της ασφάλισης ή και στον ασφαλισμένο), επέρχεται η λύση της ασφαλιστικής σύμβασης (εκτός βέβαια αν ο ασφαλιστής, πριν τη συμπλήρωση των 30 ημερών, προβεί στην έγγραφη ανάκλησή της).
Ο ασφαλιστής που προέβη στην καταγγελία, φέρει όμως το βάρος και την ευθύνη αποζημιώσεως του ασφαλισμένου (για τη ζημία που αυτός υποστεί λόγω της πρόωρης λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης), σε περίπτωση που ο τελευταίος αυτός, προβεί σε αμφισβήτηση του επικαλούμενου με την καταγγελία σπουδαίου λόγου και κριθεί τελικά, ότι πράγματι ο επικαλούμενος από τον ασφαλιστή σπουδαίος λόγος, ήταν αβάσιμος, όπως βέβαια ο ασφαλιστής φέρει και το βάρος αποδείξεως της γενομένης από μέρους του προβλεπόμενης πιο πάνω με γραπτή επιστολή του ενημέρωσης του λήπτη της ασφάλισης ή και του ασφαλισμένου για την απευθυνθείσα προς αυτούς καταγγελία του.
Βέβαια στην πράξη, λαμβάνοντας ο λήπτης της ασφάλισης ή και ο ασφαλισμένος την επιστολή του ασφαλιστή με την περιεχόμενη σ’ αυτήν καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης, μπορεί μέσα στο διάστημα των 30 ημερών (από τη λήψη της καταγγελίας), να προβεί στην κατάρτιση νέας ασφαλιστικής σύμβασης σε άλλο ασφαλιστή και έτσι ουσιαστικά να μην έχει κίνδυνο να υποστεί ζημία.
Η ασφαλιστική επιχείρηση, για να αντιτάξει τα αποτελέσματα της καταγγελίας της και της επελθούσας με αυτή πρόωρης λύσης και έναντι των τρίτων, θα πρέπει να ενημερώσει σχετικά το Κέντρο Πληροφοριών.
Με το περιεχόμενο του νέου άρθρου 11α, ορίζεται πλέον ρητά (ενόψει των ερμηνευτικών προβλημάτων που είχε δημιουργήσει η διατύπωση του αντικατασταθέντος άρθρου), ότι η ενημέρωση αυτή δεν μπορεί να γίνει νωρίτερα από την 30ή ημέρα από την αποστολή της σχετικής επιστολής με την οποία έγινε καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης από την ασφαλιστική εταιρία. Ας σημειωθεί ότι με το προηγούμενο καθεστώς, είχε διατυπωθεί η άποψη ότι ο ασφαλιστής μπορούσε να ενημερώσει το Κέντρο Πληροφοριών και πριν την πάροδο της αμέσως πιο πάνω 30ημερης προθεσμίας (Σπυριδάκης «Ασφάλιση Αυτοκινήτου» στο άρθρο 11α, περ. αρ. 14), με συνέπεια, σε τυχόν τέτοια περίπτωση, η ευθύνη του ασφαλιστή έναντι των τρίτων να περιοριζόταν σε μικρότερο χρονικό διάστημα (π. χ. αν η ενημέρωση του ασφαλιστή προς το Κέντρο Πληροφοριών, γινόταν στην 20η ημέρα της περιέλευσης της καταγγελίας στον ασφαλισμένο, τότε η ευθύνη του ασφαλιστή, θα περιοριζόταν για το διάστημα: 20 + 16 = 36 ημερών, και όχι για το μεγαλύτερο διάστημα των 30 + 16 = 46 ημερών, όπως ρητά πλέον γίνεται με τη νέα διάταξη).
Έναντι των τρίτων η πρόωρη λύση της ασφάλισης στην πιο πάνω περίπτωση αυτή (δηλαδή της καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης από μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης) μπορεί να προβληθεί ΜΟΝΟ μετά την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών, από την κατά τα πιο πάνω ενημέρωση της γενόμενης καταγγελίας, στο Κέντρο Πληροφοριών. Οπότε, αν συμβεί ατύχημα μετά τις 30 ημέρες και πριν τις (30 + 16 =) 46 ημέρες, ο ασφαλιστής υποχρεούται να καλύψει τον ζημιωθέντα τρίτο, αλλά έχει δικαίωμα επανείσπραξης του ποσού αυτού από τον πρώην ασφαλισμένο του. Εννοείται, ότι, αν ο ασφαλιστής καθυστερήσει να ενημερώσει το Κέντρο Πληροφοριών, η υποχρέωσή του να αποζημιώσει τους τρίτους τυχόν παθόντες, θα ισχύει μέχρι να συμπληρωθούν δεκαέξι ημέρες από την ενημέρωση (έτσι π.χ. αν ο ασφαλιστής ενημερώσει το Κέντρο Πληροφοριών την τεσσαρακοστή ημέρα, από την αποστολή της επιστολής, τότε η υποχρέωσή του έναντι των τρίτων, θα ισχύει μέχρι και την 56η ημέρα από την αποστολή της επιστολής στον ασφαλισμένο, αλλά θα έχει βέβαια δικαίωμα επανείσπραξης από τον πρώην ασφαλισμένο του, του ποσού που τυχόν υποχρεωθεί να καταβάλει στον τρίτο, για ατύχημα που λάβει χώρα, μετά την 30η ημέρα της περιέλευσης στον ασφαλισμένο της καταγγελίας του ασφαλιστή και μέχρι την συμπλήρωση της τελευταίας ημέρας του 16ημέρου, από την γνωστοποίηση στο Κέντρο Πληροφοριών) –και εφόσον βεβαίως ο πρώην ασφαλιζόμενος δεν προέβη μέχρι τότε σε νέα ασφάλιση.

Δ.- ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΗΠΤΗ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ / ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟ
Ο λήπτης της ασφάλισης ή/και ο ασφαλισμένος μπορούν να καταγγέλλουν την ασφαλιστική σύμβαση οποτεδήποτε, με επιστολή που αποστέλλεται, είτε ακόμα και με τη μορφή τηλεομοιοτυπίας (fax), είτε ηλεκτρονικά (μέσω e_mail), στα στοιχεία επικοινωνίας που αναγράφει η ασφαλιστική επιχείρηση στην επίσημη ιστοσελίδα της και στα κάθε είδους έντυπά της. Επισημαίνεται, ότι τέτοια δυνατότητα, δηλαδή της με μορφή τηλεμοιοτυπίας, ή μέσω e_mail γνωστοποιήσεως, δεν προβλέπεται κατά τα πιο πάνω και για την καταγγελία του ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο του, για την οποία σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαιτείται να γίνεται με επιστολή, παρά μάλιστα την επελθούσα κατά τα παρακάτω τροποποίηση στο άρθρο 6 του π.δ. 237/1986, σύμφωνα με το οποίο, όπου προβλέπεται έγγραφη επικοινωνία του ασφαλιστή με τον λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο, καθιερώνεται η δυνατότητα, η επικοινωνία αυτή να γίνεται, με ηλεκτρονική αλληλογραφία, ή τηλεμοιοτυπία ή με αποστολή μηνύματος σε συσκευή κινητής τηλεφωνίας. Προφανώς αυτό γίνεται ενόψει των σοβαρών συνεπειών που επιφέρει για τον ασφαλισμένο μια τέτοια καταγγελία από μέρους του ασφαλιστή, περί πρόωρης λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης.
Τα αποτελέσματα της καταγγελίας αυτής (από τον λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο), ως προς τα συμβαλλόμενα μέρη επέρχονται άμεσα από την ημερομηνία περιέλευσης της καταγγελίας στην ασφαλιστική επιχείρηση, ενώ στην αντικατασταθείσα διάταξη οριζόταν, ότι τα αποτελέσματα της καταγγελίας επέρχονταν μετά την πάροδο τριάντα ημερών, από την περιέλευσή της στον ασφαλιστή.
Η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει σχετικά το Κέντρο Πληροφοριών.
Έναντι των τρίτων η πρόωρη λύση της ασφάλισης και στην πιο πάνω περίπτωση αυτή (δηλαδή της καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης από μέρους του λήπτη της ασφάλισης ή και του ασφαλισμένου) μπορεί να προβληθεί ΜΟΝΟ μετά την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών, από την κατά τα πιο πάνω ενημέρωση της γενόμενης καταγγελίας, στο Κέντρο Πληροφοριών. Ενώ βέβαια σε περίπτωση πρόκλησης ατυχήματος, κατά το διάστημα που μεσολαβεί, από την ημέρα της περιέλευσης στον ασφαλιστή της μονομερούς καταγγελίας του ασφαλισμένου του για την πρόωρη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης και μέχρι την συμπλήρωση του διαστήματος των 16 ημερών, από την ενημέρωση από τον ασφαλιστή του Κέντρου Πληροφοριών για τη καταγγελία αυτή, ο ασφαλιστής αποζημιώνει τον ανυπαίτιο τρίτο, αλλά έχει δικαίωμα επανείσπραξης κατά του ασφαλισμένου του.

– Είναι βέβαια αυτονόητο, ότι και σε ΟΛΕΣ τις πιο πάνω περιπτώσεις πρόωρης λύσης της σύμβασης ασφάλισης, είτε αυτή γίνεται με καταγγελία από μέρους του ασφαλιστή, είτε με καταγγελία από μέρους του λήπτη της ασφάλισης (ή και του ασφαλισμένου), η έναντι τρίτων ευθύνη του ασφαλιστή για το διάστημα των 16 ημερών, από την ενημέρωση του Κέντρου Πληροφοριών της επελθούσας πρόωρης λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης, θα ισχύει, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης/ασφαλισμένος, δεν έχει στο μεταξύ προβεί στη σύναψη νέας ασφαλιστικής σύμβασης σε άλλη ασφαλιστική εταιρία, καθόσον αν αυτός, στο μεταξύ, δηλαδή πριν την πάροδο των 16 ημερών, συνάψει νέα σύμβαση ασφάλισης σε άλλη εταιρία, τότε από την κατάρτιση σύμβαση ασφάλισης με τη νέα ασφαλιστική εταιρία, υπεύθυνη αποζημιώσεως εφεξής θα είναι η νέα ασφαλιστική εταιρία και αυτομάτως θα διακόπτεται από το λόγο αυτό, από τη στιγμή εκείνη –και έτσι πριν πια την πάροδο των ημερών που τυχόν απομένουν μέχρι τη συμπλήρωση των δεκαέξι- η έναντι των τρίτων ευθύνη της προηγούμενης ασφαλιστικής εταιρίας.-

– Ας σημειωθεί, ότι ενόψει των παραπάνω νέων ρυθμίσεων, αφενός μεν του άρθρου 5, καθώς και του νέου άρθρου 11α του π.δ. 237/1986, με τις οποίες ορίζεται ρητά και αναλυτικά, πότε ο ασφαλιστής μπορεί να αντιτάξει κατά του τρίτου, τη λήξη της διάρκειας της ασφαλιστικής σύμβασης, ή την πρόωρη λύση της, καταργήθηκε με την παράγραφο 14 του άρθρου 169 του ν. 4261/5.5.2014, ως περιττή πλέον, η παράγραφος 2 του άρθρου 11 του π.δ. 237/1986, στην οποία οριζόταν, πότε (μετά από ποιο χρονικό διάστημα και προϋπόθεση) μπορούσε ο ασφαλιστής να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου, την ακύρωση, τη λύση, ή τη λήξη ή την αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης.

Ε.- ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΚΑΛΥΨΗΣ ΠΟΥ ΠΡΟΒΛΕΠΟΤΑΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟ 1 ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6α ΤΟΥ π.δ. 237/1986
Με το άρθρο 169 του ν. 4261/5.5.2014, καταργείται η παράγραφος 1 του άρθρου 6α του π.δ. 237/1986 που προέβλεπε την προσωρινή ασφαλιστική κάλυψη και την έκδοση γι’ αυτήν προσωρινής βεβαίωσης και ειδικού (προσωρινού) σήματος ασφαλιστικής κάλυψης, που ίσχυε για 30 ημέρες. Έτσι δεν υπάρχει πια η έννοια και διάκριση της ασφαλιστικής κάλυψης, σε προσωρινή και οριστική και καταργήθηκε η δυνατότητα που υπήρχε (ως ένα είδος προασφαλιστικού σταδίου) για την κατάρτιση προσωρινής σύμβασης ασφαλιστικής κάλυψης (η οποία ίσχυε μόνο για τριάντα ημέρες), μέχρι την κατάρτιση οριστικής ασφαλιστικής σύμβασης (η οποία προϋπέθετε και συνιστούσε την πλήρη αποδοχή από μέρους του ασφαλιστή της πρότασης προς ασφάλιση του υποψήφιου ασφαλισμένου) για την οποία θα εκδιδόταν και το σχετικό ασφαλιστήριο.

ΣΤ.- ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΜΕ ΟΛΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΜΕΣΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
Με την νέα παράγραφο 2 του άρθρου 6α του π.δ. 237/1986 (όπως αυτή αναριθμήθηκε και αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 13 του άρθρου 169 του ν. 4261/5.5.2014), παρέχεται πια η δυνατότητα, όπου στο νόμο προβλέπεται «έγγραφη» επικοινωνία του ασφαλιστή με το λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο ή τον δικαιούχο αποζημίωσης, η επικοινωνία αυτή, να μπορεί πλέον να γίνεται, όχι μόνο με επιστολή, αλλά, είτε με ηλεκτρονική αλληλογραφία (e_ mail), είτε με τηλεμοιοτυπία (fax), ή ακόμα και με αποστολή σχετικού μηνύματος σε συσκευή κινητής τηλεφωνίας, σε στοιχεία επικοινωνίας που οι τελευταίοι (ασφαλισμένος – λήπτης ασφάλισης – δικαιούχος αποζημίωσης), έχουν δηλώσει ή εγγράφως, ή με συνομιλία που έχει ηχογραφηθεί με νόμιμο τρόπο, με την οποία εκδηλώνουν τη βούλησή τους, να συναλλάσσονται και να επικοινωνούν με τον ασφαλιστή (και) με τον προαναφερόμενο τρόπο .
Όπως ήδη παραπάνω επισημάνθηκε, ο αμέσως πιο πάνω τρόπος επικοινωνίας, δεν φαίνεται να μπορεί να γίνεται και στην περίπτωση της μονομερούς καταγγελίας του ασφαλιστή για πρόωρη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης, κι αυτό, γιατί αν ο νομοθέτης ήθελε κάτι τέτοιο, δεν θα όριζε ρητά (ενόψει μάλιστα και των σημαντικών συνεπειών που επιφέρει η μονομερής καταγγελία από μέρους του ασφαλιστή για πρόωρη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης), ότι η καταγγελία αυτή γίνεται «με επιστολή», χωρίς περαιτέρω μνεία για άλλη δυνατότητα, ή έστω παραπομπή στη σχετική διάταξη της νέας παραγρ. 2 του άρθρου 6 α του ίδιου π.δ., τη στιγμή που, τόσο η νέα πιο πάνω ρύθμιση της παραγράφου 2 του άρθρου 6α του π.δ. 237/1986, όσο και η επίσης νέα παραπάνω ρύθμιση του (νέου) άρθρου 11α του ίδιου π.δ. 237/1986, έχουν γίνει με το ίδιο πιο πάνω άρθρο 169 του ν. 4261/5.5.2014.
Εξάλλου και το νόημα της λέξης «επικοινωνία» της παραγράφου 2 του άρθρου 6α, δεν ταυτίζεται απόλυτα με αυτό της «καταγγελίας» του (νέου) άρθρου 11α του ίδιου π.δ. 237/1986.

Ζ.- ΕΞΟΜΟΙΩΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΤΟΥ ΠΑΘΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕ ΤΗ ΔΗΛΩΣΗ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ Ή ΤΗ ΦΙΛΙΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΜΕΣΩ Σ.Α.Π., Ή ΚΑΙ ΜΕ ΤΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΜΕΣΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
Με την νέα παράγραφο 9 του άρθρου 6 του π.δ. 237/1986 (όπως αυτή προστέθηκε στο άρθρο αυτό με την παράγραφο 9 του άρθρου 169 του ν. 4261/5.5.2014), για την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 6 και 7 του π.δ. 237/1986 (που προβλέπουν και ρυθμίζουν τα της εξώδικης αίτησης αποζημιώσεως από μέρους του παθόντος τρίτου προς τον ασφαλιστή και της έναντι υποχρεώσεις του ασφαλιστή και τις συνέπειες που η παράβασή τους επισύρει), ρητά εξομοιώνονται με την αίτηση αποζημίωσης του παθόντος προς τον ασφαλιστή του ζημιογόνου οχήματος και: α) οι δηλώσεις ατυχήματος, που υποβάλλονται από τον λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο προς τον ασφαλιστή τους (σύμφωνα με την παραγρ. 1 του άρθρου 9 του ίδιου π.δ.) για κάθε ατύχημα του ασφαλισμένου οχήματος, β) η τυχόν δήλωση «φιλικού ατυχήματος» του Συστήματος Άμεσης Πληρωμής (Σ.Α.Π.) και γ) κάθε εν γένει έγγραφη με επιστολή, είτε με ηλεκτρονική αλληλογραφία (e_ mail), είτε με τηλεμοιοτυπία (fax), ενημέρωση προς τον ασφαλιστή, είτε από τον ασφαλισμένο του, ή τον λήπτη της ασφάλισης, είτε από τον τρίτο (παθόντα) δικαιούχο αποζημίωσης από τροχαίο ατύχημα, ότι επήλθε ο ασφαλιζόμενος κίνδυνος.
Έτσι με τη προστιθέμενη νέα παράγραφο αυτή, διευκολύνεται η θέση του παθόντος, ως προς τη δυνατότητα και το τρόπο της προσπάθειάς του για εξώδικη αποζημίωσή του από μέρους του ασφαλιστή του ζημιογόνου οχήματος.

Η.- ΛΟΙΠΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ
Με το άρθρο 169 του ν. 4261/5.5.2014, επέρχονται μερικές ακόμα (λεκτικές) μεταβολές σε άρθρα του π.δ. 237/1986, χωρίς όμως κάποια ιδιαίτερη σημασία, που να απαιτούν ιδιαίτερη επισήμανση, εκτός ίσως μόνο αυτής της παραγράφου 3 του αμέσως πιο πάνω άρθρου 169, με την οποία αντικαταστάθηκε το στοιχείο α΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 5 του π.δ. 237/1986 (που προέβλεπε τα της αφαίρεσης της άδειας ικανότητας οδηγού και της άδειας κυκλοφορίας, σε περίπτωση ανασφάλιστου οχήματος) και με την οποία περιορίστηκε ο χρόνος αφαίρεσης της άδειας ικανότητας οδηγού και της άδειας κυκλοφορίας μετά των κρατικών πινακίδων, σε περίπτωση κυκλοφορίας οχήματος χωρίς να έχει ασφαλιστική κάλυψη, από ένα (1) έτος που προβλεπόταν πριν, σε έξι (6) μήνες.
Σημειώνεται, ότι κανονικά θα έπρεπε να αντικατασταθεί ολόκληρη η παράγραφος 4 του πιο πάνω άρθρου 5, προκειμένου το περιεχόμενό της να εναρμονιστεί με αυτό της νέας παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, με την οποία (νέα παράγραφο), εκτός των άλλων καταργήθηκε το «ειδικό σήμα ασφάλισης» (καθώς και με αυτό της παραγρ. 18 του άρθρου 169 του ν. 4261/2014 που κατήργησε την υπ’ αριθμ. Κ4/2674/14.12.1977(Β΄1291) Α.Υ.Ε. (ήδη Ανάπτυξης), με την οποία ρυθμίζονταν ο τύπος του ειδικού σήματος ασφάλισης), καθόσον στην παράγραφο 4 αυτή του άρθρου 5 (εξακολουθεί να) αναγράφεται, ότι: «Σε περίπτωση κυκλοφορίας οχήματος, χωρίς το παραπάνω ειδικό σήμα, επιβάλλονται, πέραν των αναγραφόμενων στο άρθρο 12 ποινών και οι παρακάτω κυρώσεις», ενώ, όπως προαναφέρθηκε, με τις μεταβολές που επέφερε το πιο πάνω άρθρο 169 του ν. 4261/2014, εκτός των άλλων, καταργήθηκε το μέχρι τότε προβλεπόμενο «ειδικό σήμα ασφάλισης».

Θ.- ΕΛΛΕΙΨΗ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΑΤΑΡΤΙΣΜΕΝΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ
Στο άρθρο 169 του ν. 4261/5.5.2014, δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε μεταβατική διάταξη για τις ασφαλιστικές συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί ήδη πριν την έναρξη ισχύος των μεταβολών που επήλθαν με το άρθρο αυτό (δηλαδή πριν τις 5.5.2014) και βρίσκονται σε ισχύ με βάση τις ρυθμίσεις του προηγούμενου καθεστώτος, σύμφωνα με τις οποίες δεν υπήρχε η υποχρέωση προκαταβολής του ασφαλίστρου για την έναρξη της ασφαλιστικής κάλυψης. Έτσι π.χ. σε περίπτωση που ο οδηγός του ασφαλισμένου με μια τέτοια προγενέστερη του τελευταίου νόμου ασφαλιστική σύμβαση, ελεγχθεί για την ασφάλιση του οχήματός του, τι θα επιδείξει ως αποδεικτικό στοιχείο της ασφαλίσεως, αφού το ειδικό σήμα που τυχόν διέθετε ήδη καταργήθηκε, ενώ ενδέχεται να μην έχει στην κατοχή του, το σχετικό ασφαλιστήριο, ούτε βέβαια ακόμα περισσότερο την απόδειξη πληρωμής των ασφαλίστρων του, τα οποία θα μπορούσε άλλωστε και να οφείλει, στο πλαίσιο της σχετικής ευχέρειας που υπήρχε με βάση το προηγούμενο καθεστώς, ή ακόμα πιο σημαντικό, πως θα υπάρχει ασφάλεια για τη γνώση της λήξης της διάρκειας της προϋπάρχουσας του τελευταίου πιο πάνω νόμου ασφαλιστικής σύμβασης, ώστε να επέρχεται άνευ ετέρου η λήξη της (χωρίς ανάγκη καταγγελίας), αφού με βάση το προηγούμενο καθεστώς, δεν υπήρχε η επιβληθείσα με το νέο νόμο υποχρέωση, της «σε πραγματικό χρόνο ενημέρωσης από την ασφαλιστική επιχείρηση του Κέντρου Πληροφοριών κάθε νέας ασφαλιστικής σύμβασης και κάθε ανανέωση αυτής»; Πάντως, αφού όπως προαναφέρθηκε, δεν περιέχονται μεταβατικές διατάξεις που να αφορούν τις ασφαλιστικές συμβάσεις, που είχαν καταρτισθεί πριν τις 5.5.2014 και ήταν κατά την ημερομηνία αυτή ενεργείς, εφεξής (μετά τις 5.5.2014), τα σχετικά και με αυτές πιο πάνω ζητήματα (νέα ανανέωσή τους, καταγγελία τους από τα μέρη κλπ) θα διέπονται πλέον από τις νέες διατάξεις.-