Απόρριψη μελλοντικής αξιώσεως ως πρόωρης – Επιπτώσεις ως προς την παραγραφή της

Ι. Όλοι ή τουλάχιστον οι περισσότεροι από τους συναδέλφους που ασχολούνται με τη διεκδίκηση αξιώσεων από αδικοπραξία και ιδιαίτερα και κατά κύριο λόγο στο χώρο των τροχαίων ατυχημάτων, θα έχουν αντιμετωπίσει την απόρριψη αγωγών τους ως «πρώωρων» ή κατ’ άλλη διατύπωση ως «πρόωρα ασκούμενων», όταν με τις αγωγές τους αυτές διεκδικούν αξιώσεις που κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής τους είναι ακόμα μελλοντικές και αναφέρονται ακόμα και σε όχι ιδιαίτερα απώτερο μελλοντικό χρόνο.

ΙΙ. Έχει επισημανθεί ότι η απόρριψη της αγωγής ως πρόωρης δεν έχει νομοθετική πρόβλεψη, αλλά αποτελεί δημιούργημα της δικαστηριακής πρακτικής (Κρητικός στην «Αποζημίωση από Αυτοκινητικά Ατυχήματα» Ε΄ έκδοση 2019, Τ. § 17 σελ. 410, περ. αρ. 186). Τέτοιος όρος, δεν υπάρχει, τόσο στο ουσιαστικό, όσο και στο δικονομικό δίκαιο και εύστοχα η περίπτωση απόρριψης της αγωγής ως «πρόωρης» έχει χαρακτηριστεί, ως «υβριδική» (Β. Περάκη «Η παραγραφή μετά την άσκηση της αγωγής» σελ. 276). Θα μπορούσε ενδεχόμενα να λεχθεί, ότι η έννοια της πρόωρης αγωγής αναγνωρίζεται ως τέτοια αποκλειστικά στο πεδίο του δικονομικού δικαίου, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 69 § 1 ΚΠολΔ, (όπως στην περίπτωση της παρ. 1 του εδ. α του άρθρου αυτού, σύμφωνα με την οποία “1. Επιτρέπεται να ζητηθεί δικαστική προστασία και α) αν η παροχή που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή συνδέεται με την επέλευση χρονικού σημείου, προτού επέλθει το χρονικό αυτό σημείο”), στις οποίες γίνεται δεκτό κατά πλάσμα δικαίου ότι ο δικαιούχος έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει πρόωρα τις διαφιλονικούμενες αξιώσεις του (βλ. Γεωργίου σε ΕπιθΣυγκΔ 20120 σελ. 82).

ΙΙΙ. Αποτελεί δυστυχώς πάγια πρακτική των δικαστηρίων της ουσίας για τις αξιώσεις του ενάγοντος που ανάγονται σε μέλλοντα χρόνο (και μάλιστα ακόμα και όχι ιδιαίτερα απώτερο, όπως ακόμα και σε χρόνο μέλλοντα, μόλις δύο ή τριών ετών από την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, φθάνοντας μάλιστα σε περίπτωση καθυστέρησης ως προς την έκδοση της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ήδη το διάστημα του μέλλοντα χρόνου αυτού να έχει ήδη παρέλθει), να τις απορρίπτουν, με την κατασκευή, ότι ασκούνται «πρόωρα», παρά την διάταξη του άρθρου 929 εδαφ. α ΑΚ που αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της γενικότερης αρχής περί αποθετικής ζημίας που καθιερώνει η διάταξη της ΑΚ 298 εδ. β΄.
Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του ΑΚ “σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του” και κατά τη διάταξη του άρθρου 298 του ίδιου Κώδικα “η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί”.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται, ότι, σε περίπτωση παράνομης και υπαίτιας βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση, εκτός από τη θετική ζημία, δηλαδή τη μείωση της περιουσίας, περιλαμβάνει και την αποθετική τοιαύτη (διαφυγόν κέρδος). Την έννοια του διαφυγόντος κέρδους, η οποία αποτελεί έννοια νομική και όρο εφαρμογής του άρθρου 298 του ΑΚ, παρέχει η διάταξη αυτή κατά την οποία “(ως τοιούτο) λογίζεται το κέρδος εκείνο, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί” (ΑΠ 554/2021, ΑΠ 999/2021, ΑΠ 736/2019). Συνάγεται επίσης από τις προεκτεθείσες διατάξεις, ότι το διαφυγόν κέρδος αποτελεί ζημία, η οποία θα επέλθει στο μέλλον και κατ’ ανάγκην συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν εμφανίζει τη βεβαιότητα της θετικής ζημίας, όταν αυτή έχει ήδη επέλθει. Για την απόδειξή της, που είναι δύσκολη για το ζημιωθέντα συγκριτικά με την επελθούσα θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση. Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 298 εδ. β’ του ΑΚ έχει ουσιαστικό μεν χαρακτήρα, εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξίωσης αποζημίωσης, αλλά και δικονομικό χαρακτήρα, εφόσον επιτρέπει στο δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση (ΑΠ 554/2021, ΑΠ 1516/2018, ΑΠ 325/2016). Επιπρόσθετη μάλιστα διέξοδο του παρέχει και η διάταξη του άρθρου 347 ΚΠολδ σύμφωνα με την οποία: «όπου ο νόμος θεωρεί αρκετή την πιθανολόγηση το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να εφαρμόσει τις διατάξεις που ισχύουν για την αποδεικτική διαδικασία, τα αποδεικτικά μέσα και τη δύναμή τους, αλλά λαμβάνει υπόψη οποιαδήποτε μέσα κρίνει κατάλληλα για να σχηματιστεί πιθανότητα σχετικά με την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών».

ΙV. Σύμφωνα με την σταθερά κρατούσα νομολογία, στην περίπτωση που από την εκτίμηση των αποδείξεων προκύψει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η μέλλουσα ζημία παρίσταται ως απλώς ενδεχόμενη, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνεται αξίωση αποζημί­ωσης (ενδεικτικά μεταξύ πολλών, ΑΠ 2076/2006). Όταν στην αγωγή η ζημία εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως, από τις απο­δείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλώς ενδεχόμενη, τότε η αγωγή είναι απορ­ριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, ως προς το στοιχείο της πιθανότητας του διαφυγόντος κέρδους, με την έννοια που προαναφέρθηκε. Για να επιδικαστεί αποζημίωση για την μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά το χρόνο της απόφασης, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται, ως πρόωρη, και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί (ΑΠ 14/2022, ΑΠ 554/2021, ΑΠ 1445/2018, ΑΠ 325/2016, ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 2156/2013, AΠ 869/2013). Δυνατός πρέπει να είναι και ο προσδιορισμός της ζημιάς σε περίπτωση μελλοντικής θετικής ζημίας.

V. Με βάση όμως την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 298 εδαφ. β. ΑΚ δεν είναι κανονικά νοητή η επίκληση «μελλοντικών και αστάθμητων παραγόντων», οι
οποίοι να εμποδίζουν το δικαστή να σχηματίσει κρίση για τη δικεκδικούμενη μελλοντική αξίωση του παθόντος, ώστε να την απορρίπτει –και μάλιστα με ευκολία- ως «πρόωρη».
Ο νομοθέτης, λαμβάνοντας υπόψη ότι η δικαστική κρίση για τη μελλοντική ζημία του ενάγοντος, δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να είναι βέβαιη, παρέχει στο δικαστή την εξουσία να κρίνει για το αν υπάρχει ή όχι η πιθανότητα να αναμένεται ότι θα επέλθει η σχετική ζημία, αρκεί η κρίση του αυτή να σχηματισθεί με τη χρήση των δεσμευτικών αντικειμενικών κριτηρίων που αναφέρονται στην πιο πάνω διάταξη που είναι: η συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα. Και έτσι κάνοντας χρήση των κριτηρίων αυτών, είτε να την δεχτεί ως βάσιμη κατ’ ουσία, είτε να την απορρίψει ως αβάσιμη κατ’ ουσία. Ενώ αν εμφιλοχωρούν για το σχηματισμό της σχετικής κρίσης ζητήματα επιστήμης ή τέχνης, έχει τη δυνατότητα να διατάξει και τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης (κατ’ άρθρο 368 ΚΠολΔ). Συνεπώς δεν πρόκειται για πρόωρη αγωγή, αλλά για ζήτημα αποδείξεως και ο δικαστής θα σχηματίσει τη κρίση του κατά πιθανότητα (και όχι κατά πλήρη δικανική πεποίθηση) με βάση τα παραπάνω αντικειμενικά κριτήρια (βλ. Γεωργίου ο.π.π. σελ. 84, 85)

VI. Από την άλλη μεριά ο φόβος μήπως μετά την τελεσιδικία της επιδίκασης της διεκδικούμενης μελλοντικής αποζημίωσης (σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα, είτε ακόμα υπό προϋποθέσεις και εφάπαξ, κατά την ΑΚ 930 § 1) επέλθει δραματική ανατροπή των δεδομένων στα οποία στηρίχθηκε η δικαστική κρίση με την οποία έγινε δεκτή η μελλοντική αξίωσή του και παρά ταύτα αυτός συνεχίζει με βάση την τελεσίδικη (ή ακόμα και αμετάκλητη απόφαση να εισπράττει από τον εναγόμενο την επιδικασθείσα αποζημίωση, αντιμετωπίζεται μέσω της διάταξης του άρθρου 334 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία κάθε διάδικος ασκώντας συναφή αγωγή μπορεί να ζητήσει τη μεταρρύθμιση της τελεσίδικης ή και αμετάκλητης απόφασης που έχει καταδικάσει σε καταβολή περιοδικών παροχών οι οποίες οφείλονται κατά νόμο από οποιαδήποτε αιτία και γίνονται απαιτητές στο μέλλον, αν μεσολάβησε ουσιαστική μεταβολή των συνθηκών στις οποίες βασίσθηκε η δικαστική απόφαση για την επιδίκαση των περιοδικών παροχών αυτών. Η μεταβολή αυτή λαμβάνεται υπόψη μόνο εφόσον έγινε σε χρόνο στον οποίο εκείνος που ζητεί τη μεταρρύθμιση της απόφασης δεν μπορούσε να προβάλλει τη μεταβολή στην αρχική δίκη. Μάλιστα κατά την πλέον ορθή άποψη η δυνατότητα άσκησης μεταρρυθμιστικής αγωγής παρέχεται, όχι μόνο κατά της αποφάσεως που επιδίκασε περιοδικές παροχές καταβλητέες κατά μήνα, αλλά και κατά της αποφάσεως που καταδίκασε τον εναγόμενο σε καταβολή αποζημιώσεως σε κεφάλαιο εφάπαξ, παρότι αυτό δεν προβλέπεται ρητά στην ΑΚ 334, υπάρχοντος κενού νόμου, ενόψει της υφιστάμενης απόλυτης ταυτότητας που δικαιολογεί την σχετική αναλογία κάλυψης του κενού αυτού, αφού και η επιδίκαση της αποζημιώσεως από την ΑΚ 929 § 1 σε κεφάλαιο εφάπαξ, είναι κατ’ ουσία επιδίκαση περιοδικών παροχών, πλην κεφαλαιοποιημένων (έτσι και Γεωργίου ο.π.π. σελ. 86, 87, με περαιτέρω παραπομπές σε θεωρία και νομολογία). Υπάρχει ακόμα και η δυνατότητα προσφυγής στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 728 § 2 και 729 § 5 Κ.Πολ.Δ.), με αίτημα να διακοπεί ή και να μειωθεί προσωρινά η μηνιαία περιοδική παροχή που είχε επιδικασθεί (έτσι και Κρητικός σε «Αποζημίωση από Τροχαία Ατυχήματα» 2019 § 37).

VII. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 του ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και όσο η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση (ΑΠ 747/2018). Γνώση της ζημίας για την έναρξη της παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξης, όχι όμως και της έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημίωσης (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1443/2022, ΑΠ 546/2021).
Έτσι, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες, που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από εκείνες που δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Συνεπώς, το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας, δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής. Αυτό ισχύει μόνο για εκείνες τις επιζήμιες συνέπειες, που μπορούν κατά την αντίληψη των συναλλαγών να προβλεφθούν το χρόνο που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας γενικά ως δυνατή συνέπεια της άδικης πράξης. Αν, όμως, μεταγενέστερα γεννήθηκαν ή έγιναν αντιληπτές επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες προηγουμένως ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, αρχίζει για την αξίωση προς αποκατάσταση αυτών νέα αυτοτελής παραγραφή, αφότου ο παθών έλαβε γνώση αυτών και της αιτιώδους συναφείας τους με την αδικοπραξία (ΑΠ 554/2021, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 747/2018). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το προβλεπτό ή μη της μέλλουσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του παθόντος, επειδή προκύπτει από τις αποδείξεις (ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή), ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1443/2022, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 401/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 637/2017, ΑΠ 790/2015).

VIII. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 261 εδ. α’ του ΑΚ, που ορίζει ότι η παραγραφή διακόπτεται με την έγερση της αγωγής, σε συνδυασμό με το άρθρο 221 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνον της αποζημίωσης, η επίδοσή της διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία (Ολ.ΑΠ 23/1994, ΑΠ 14/2022), αρχίζει δε και πάλι η παραγραφή από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ’ άλλον τρόπο περάτωση της δίκης, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 263 του ΑΚ “κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή”. Κατά την έννοια της τελευταίας ως άνω διάταξης αυτή εφαρμόζεται όταν η απόρριψη της αγωγής γίνεται για λόγους τυπικούς. Απόρριψη της αγωγής για τυπικούς λόγους υπάρχει σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαιτήσεως. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παραστάσεως, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι, οι οποίοι ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της υπάρξεως και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξιώσεως και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωσή της, καθ’ όσον στις περιπτώσεις αυτές είναι πρόδηλο ότι είναι αντικειμενικώς δυνατόν με τη νέα αγωγή να διορθωθεί το τυπικό σφάλμα της απορριφθείσας προηγουμένης αγωγής.

ΙX. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α’ του ΑΚ, “κάθε αξίωση, που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή δημόσιο έγγραφο εκτελεστό, παραγράφεται μετά από είκοσι έτη και αν ακόμη η αξίωση καθ’ εαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή”. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι σε περίπτωση βεβαίωσης με τελεσίδικη απόφαση της ύπαρξης αξίωσης για θετική ζημία, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, επέρχεται κατ’ αρχήν επιμήκυνση της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 937 παρ. 1α’ του ΑΚ σε εικοσαετή, αρχόμενη από την τελεσιδικία και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης αποζημίωσης, της αναγόμενης σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση. Και τούτο, γιατί και το μέρος αυτό της αξίωσης, μολονότι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) στην περίπτωση αυτή με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση -η οποία είναι αναγκαία- για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικώς για κάθε ζημία από την αδικοπραξία. Η επιμήκυνση όμως του χρόνου της παραγραφής, κατά τους όρους του άρθρου 268 ΑΚ προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη αξίωσης, που δεν έχει υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεσθεί, λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε, χωρίς διακοπή, κατ` άρθρο 261 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 1443/2022, ΑΠ 485/2021, ΑΠ 546/2021, ΑΠ 554/2021, ΑΠ 401/2020, ΑΠ 747/2018).
X. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 10 ν. 489/1976 (όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 7 του ν. 3557/14-5-2007), η σχετική αξίωση του παθόντος κατά του ασφαλιστή (όπως και εκείνη κατά του Ε.Κ., σύμφωνα με τη διάταξη της παραγρ. 2 εδ. β του άρθρου 19 του ν. 489/1976), παραγράφεται επίσης μετά την παρέλευση πέντε ετών από την ημέρα του ατυχήματος, σε σχέση δε με τη διακοπή και την αναστολή της παραγραφής αυτής ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις των άρθρων 255 επ. και 260 επ. του ΑΚ. Η πενταετής αυτή παραγραφή, στην οποία υπάγεται και η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, αρχίζει, σύμφωνα και με το άρθρο 241 του ΑΚ, από την επομένη της ημέρας του ατυχήματος, χωρίς η έναρξή της να επηρεάζεται από την εκ μέρους του δικαιούχου γνώση ή άγνοια της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου. Η αντίθετη συναφώς διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1 του ΑΚ, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς η παραγραφή των αξιώσεων αποζημίωσης από αδικοπραξία, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί επί της ως άνω αξίωσης. Και τούτο, γιατί παραγωγικός λόγος της αξίωσης αυτής δεν είναι η αδικοπραξία αλλά απευθείας ο νόμος, δηλ. οι προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 489/1976, με τις οποίες καθορίζονται οι προϋποθέσεις θεμελιώσεως της σχετικής ευθύνης του ασφαλιστή -και του Επικουρικού Κεφαλαίου- (ΑΠ 1229/2023, ΑΠ 401/2020, ΑΠ 416/2019, ΑΠ 747/2018, ΑΠ 1819/2012). Εφαρμόζεται, όμως, η διάταξη του άρθρου 251 του ΑΚ, κατά την οποία, για την έναρξη της παραγραφής, απαιτείται η αξίωση να είναι δικαστικώς επιδιώξιμη, δηλαδή εναγώγιμη. Αυτό συμβαίνει, όταν δεν υπάρχει κάποιος νομικός λόγος που να αποκλείει ή να παρεμποδίζει τη δικαστική επιδίωξη της αξίωσης. Αντιθέτως, η ύπαρξη πραγματικών εμποδίων, όπως είναι και η εκ μέρους του δικαιούχου άγνοια της γένεσης της αξίωσής του, δεν παρακωλύει την έναρξη της παραγραφής, αλλά είναι δυνατό με τη συνδρομή των σχετικών προϋποθέσεων, να αποτελεί λόγο αναστολής της (ΑΠ 1229/2023).
Περαιτέρω, ο θεσμός της παραγραφής είναι δημόσιας τάξης, γιατί εξυπηρετεί την ασφάλεια των συναλλαγών και τη βεβαιότητα του δικαίου.

XΙ. Στην περίπτωση, κατά την οποία μία αγωγή απορρίπτεται κατά τα πιο πάνω ως «προώρως» ασκουμένη, ανακύπτει το ζήτημα, εάν η απόρριψη αυτής θεωρείται, ότι γίνεται για τυπικούς ή ουσιαστικούς λόγους. Συνήθως τέτοια απόρριψη γίνεται όταν π.χ. πρόσωπο τραυματίζεται σοβαρά από αδικοπραξία τρίτου και αξιώνεται αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα για μεγάλο χρονικό διάστημα που να μπορεί να υπερβαίνει και τα δέκα έτη (π.χ. να φθάνει μέχρι το χρόνο που κατά την πιθανή πορεία των πραγμάτων θα συνταξιοδοτείτο ή ακόμα και εφόρου ζωής του), ή ακόμα -όχι μόνο για αποθετική, αλλά- και για μέλλουσα θετική ζημία (π.χ. σε περίπτωση ακρωτηριασμού, για αλλαγές κατά χρονικές περιόδους στο μέλλον, τεχνητών μελών).
Σε μια τέτοια περίπτωση με την συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου η αγωγή του παθόντος κατά την επικρατούσα νομολογιακή πρακτική γίνεται δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της για τα πρώτα έτη και για τα υπόλοιπα απορρίπτεται ως προώρως ασκουμένη.
Με την ΑΠ 2076/2006 και με πιο σαφή τρόπο την ΑΠ 377/2009 (η οποία παραπέμπει στην ΑΠ 16/1967) είχε γίνει δεκτό, ότι η απόρριψη της αγωγής ως προώρως ασκηθείσας αποτελεί απόρριψη για λόγο τυπικό κατά την έννοια της ΑΚ 263 και όχι ουσιαστικό (χωρίς να παράγει δεδικασμένο, καθώς δεν τέμνει την ουσία της διαφοράς), οπότε σύμφωνα με την άποψη αυτή, ο ενάγων για την αντιμετώπιση του κινδύνου παραγραφής των αξιώσεών του που είχαν απορριφθεί ως «πρόωρες» θα έπρεπε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 263 εδ.β ΑΚ να επανεγείρει την αγωγή του με τις ίδιες αξιώσεις του αυτές, εντός έξι μηνών από την τελεσιδικία της αποφάσεως, με συνέπεια αν δεν το κάνει και έχει παρέλθει στο μεταξύ πενταετία από το ατύχημα, οι αξιώσεις του να είναι παραγεγραμμένες και έτσι απορριπτέες ως τέτοιες. Την άποψη αυτή ακολουθούσαν στη συνέχεια οι αποφάσεις των δικαστηρίων της ουσίας.
Για πρώτη φορά, με την ΑΠ 1445/2018, κρίθηκε αντίθετα ότι η τελεσίδικη απόφαση, με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα, δεν αποτελεί απόρριψη της αγωγής για τυπικούς λόγους «…τούτο δε καθ’ όσον κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε ότι είναι αντικειμενικώς δυνατή η εντός εξαμήνου από την προηγουμένη απόρριψη ως πρόωρης έγερση νέας αγωγής, γεγονός, δηλαδή, που δεν είναι δυνατόν στην συγκεκριμένη περίπτωση» και ως προς την κρίση της αυτή δεν παράγει δεδικασμένο, διότι με μια τέτοια απόφαση δεν τέμνεται η διαφορά.
Μετά την εκδοθείσα πιο πάνω απόφαση ΑΠ 1445/2018, ακολούθησε μέχρι σήμερα σειρά αποφάσεων που ακολουθούν την ίδια άποψη ως προς το ζήτημα αυτό, με πανομοιότυπη διατύπωση (μεταξύ άλλων: ΑΠ 1229/2023, 275/2022, 1545/2021, 752/2021, 554/2021, 546/2021, ΑΠ. 416/2019).
Η νεότερη άποψη αυτή θεωρείται ως ορθότερη (έτσι Κρητικός σε «Αποζημίωση από Τροχαία Ατυχήματα» Ε΄Έκδοση 2019 §17, σελ. 387 περ. αριθ. 126, Β. Περάκη «Η παραγραφή μετά την άσκηση της αγωγής» § 6 σελ. 274), η αιτιολογία της όμως «άστοχη», όπως…εύστοχα (!) σημειώνεται (Β. Περάκη ο.π.π. 275), καθώς βέβαια το αν μια αγωγή θα απορριφθεί για λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, δεν θα κριθεί από το αν «…είναι αντικειμενικώς δυνατή η εντός εξαμήνου από την προηγουμένη απόρριψη ως πρόωρης έγερση νέας αγωγής…», δηλαδή με άλλα λόγια, από το αν μπορεί ή όχι να εφαρμοσθεί η 263 § 2 ΑΚ.
XΙΙ. Η επικρατήσασα όμως αμέσως πιο πάνω άποψη, ενώ φαίνεται να είναι “ευνοϊκή” για τον ενάγοντα που δεν είχε στέρξει να επανεγείρει την αγωγή του εντός εξαμήνου από την τελεσιδικία της αποφάσεως που την είχε απορρίψει ως πρόωρη και η οποία με βάση την προηγούμενη άποψη της νομολογίας θεωρείτο απόρριψη για τυπικούς λόγους (οπότε μην ασκώντας την αγωγή του εντός εξαμήνου, η αξίωσή του είχε υποπέσει σε παραγραφή, εφόσον η τελεσιδικία της απόφασης είχε επέλθει μετά την πάροδο πέντε ετών από το ατύχημα), στην πραγματικότητα δημιουργεί ερωτήματα και προβληματισμό ως προς το ζήτημα της παραγραφής μιας τέτοιας αγωγής με την οποία διεκδικούνται μελλοντικές ζημίες, στην περίπτωση που η τελεσίδικη απόφαση με την οποία η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως πρόωρη, εκδόθηκε μετά την πάροδο πέντε ετών από το ατύχημα. Κι αυτό γιατί η παραγραφή και των μελλοντικών αξιώσεων που διεκδικούντο με την αγωγή που απορρίφθηκε ως πρόωρη για τις αξιώσεις αυτές, αρχίζει από την επομένη της επέλευσης του ζημιογόνου γενονότος. Είναι εξάλλου προφανές, ότι αφού ο ίδιος ο ενάγων διεκδικούσε με την αγωγή του τις μελλοντικές αξιώσεις του αυτές -ζητώντας συγκεκριμένα μάλιστα ποσά γι’ αυτές-, δεν μπορεί να γίνει λόγος, όταν επανεγείρει την αγωγή του με την οποία θα διεκδικεί τις ίδιες αξιώσεις του αυτές (που απορρίφθηκαν ως “πρόωρες”), ότι πρόκειται για απρόβλεπτες μέλλουσες ζημίες που εξακολουθεί να προέρχονται από το ζημιογόνο γεγονός, ώστε να ξεκινά νέα αυτοτελής πενταετής παραγραφή με έναρξή της τη γνώση τους, ως «νέων» δυσμενών συνεπειών.
Έτσι, όπως προεκτέθηκε, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και όσο η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση (ΑΠ 747/2018). Γνώση της ζημίας για την έναρξη της παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξης, όχι όμως και της έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημίωσης (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1443/2022, ΑΠ 546/2021).
Από την άλλη όμως μεριά, ο ενάγων, ο οποίος έσπευσε και άσκησε εμπρόθεσμα την αγωγή του με την οποία διεκδικούσε μέλλουσες αξιώσεις, αλλά για λόγους που δεν μπορούσε αυτός να ελέγξει (όπως π.χ. έκδοση προδικαστικών αποφάσεων για τη διενέργεια πραγματογνωμοσυνών, έκδοση αναβλητικής απόφασης μέχρι την έκδοση αμετακλήτου αποφάσεως από το Ποινικό Δικαστήριο, μεσολάβηση απεργιών, εκλογών, σημαντική καθυστέρηση εκδόσεως της απόφασης από το Δικαστή που την δίκασε, μέχρι και αφαίρεσή της απ’ αυτόν και ανάθεσή της σε άλλον κλπ), η τελεσίδικη (επί της αγωγής του) απόφαση με την οποία απορρίπτονται οι διεκδικούμενες μέλλουσες αξιώσεις του ως προώρως ασκηθείσες, εκδίδεται μετά τη συμπλήρωση πενταετίας από το ζημιογόνο γεγονός, θα παραμένει απροστάτευτος, αντίθετα προς κάθε έννοια δικαίου, αν ήθελε γίνει δεκτό, ότι με την επανέγερση της αγωγής του, οι ίδιες αξιώσεις του αυτές θα μπορεί να θεωρηθούν παραγεγραμμένες.

XΙΙΙ. Για το διαφαινόμενο πρόβλημα αυτό, μετά την έκδοση της ΑΠ 1445/2018, έχουν διατυπωθεί μέχρι σήμερα στη θεωρία οι ακόλουθες απόψεις: Ο Κρητικός (βλ. σε «Αποζημίωση από Τροχαία Ατυχήματα» 2019 § 17 σελ. 388, περ. αρ. 126) διατυπώνει την άποψη ότι «Κατά την ΑΚ 261 η παραγραφή διακόπτεται με την έγερση της αγωγής, δηλαδή αν ο παθών αξιώνει διαφυγόντα κέρδη λόγω ανικανότητας προς εργασία συνεπεία τραυματισμού για 30 συνεχή έτη, κανονικά η διακοπή συνεπεία της ασκήσεως της αγωγής καταλαμβάνει όλο το παραπάνω διάστημα. Η μη εφαρμογή εν προκειμένω της ΑΚ 263 παρ. 2 σημαίνει ότι αφού ο παθών ενάγων δεν μπορεί εντός εξαμήνου να ασκήσει τη νέα αγωγή ανατρέπεται η επελθούσα διακοπή της παραγραφής και επομένως αυτή συνεχίζεται από τότε που άρχισε». Με βάση την διατύπωση αυτή, φαίνεται κατ’ αρχάς να δέχεται (;) ανατροπή της διακοπείσας παραγραφής που είχε επέλθει με την άσκηση της απορριφθείσας ως πρόωρης αγωγής και συνέχιση της παραγραφής από τότε που άρχισε. Οπότε όμως, αν η τελεσίδικη απόφαση εκδόθηκε μετά την συμπλήρωση πενταετίας, η αγωγή που θα επανεγερθεί θα είναι παραγεγραμμένη. Αντίθετα όμως προς την αρχική διατύπωσή του αυτή, αμέσως στη συνέχεια, αναγνωρίζοντας προφανώς και αυτός το άδικο (έως και παράλογο) μιας τέτοιας συνέπειας για τον επιμελή ενάγοντα που είχε ασκήσει την αγωγή του εμπρόθεσμα, αναφέρει: «Κατά κανόνα η επιδίωξη της αξιώσεως αποζημιώσεως για το μακρινό μέλλον ουσιαστικά σημαίνει απρόβλεπτη ζημία. Επί της τελευταίας αρχίζει η παραγραφή από τότε που ο παθών δύναται να ασκήσει αγωγή με ελπίδες επιτυχίας. Επομένως συνέχιση της παραγραφής δεν εναρμονίζεται με απρόβλεπτη ζημία. Συνέχιση της παραγραφής είναι ασύμβατη με απρόβλεπτη ζημία. Όταν λοιπόν απορρίπτεται από το δικαστήριο μια αγωγή ως προώρως ασκηθείσα ο ενάγων δεν διατρέχει κίνδυνιο. Η παραγραφή θα ξεκινήσει από τη στιγμή που ο ενάγων θα μπορεί να προσδιορίσει την προβλεπτή ζημία. Εν προκειμένω η απόρριψη της αγωγής στην περίπτωση της ΑΠ 1445/2018 πρόκειται για απόρριψη της αγωγής για τυπικό λόγο, όχι βέβαια με την έννοια που έχει ο όρος αυτός στην ΑΚ 263 παρ. 2, αλλά με άλλη έννοια, δηλαδή της αδυναμίας του ενάγοντος να προσδιορίσει μια προβλεπτή μελλοντική ζημία».
Η εκτίμησή μου είναι, ότι όταν αναφέρει: «Επομένως συνέχιση της παραγραφής δεν εναρμονίζεται με απρόβλεπτη ζημία. Συνέχιση της παραγραφής είναι ασύμβατη με απρόβλεπτη ζημία», εννοεί μάλλον: «ζημία που δεν είναι (ακόμα) δυνατό να προσδιοριστεί», γιατί, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν μπορεί κανονικά να γίνεται λόγος όπως προαναφέρθηκε, για ζημία «απρόβλεπτη». Αυτό πιστεύω γίνεται πιο προφανές, από την αμέσως επόμενη πρότασή του: «Η παραγραφή θα ξεκινήσει από τη στιγμή που ο ενάγων θα μπορεί να προσδιορίσει την προβλεπτή ζημία» (άρα ζημία όχι μεν απρόβλεπτη, αλλά ακόμα μη δυνάμενη να προσδιοριστεί). Έτσι και αυτός φαίνεται σαφώς, ότι δέχεται κατ’ αρχάς τη μη ανατροπή της διακοπής της παραγραφής, ενώ ως χρόνο ασκησης της νέας αγωγής θεωρεί το χρονικό σημείο που ο ενάγων θα μπορεί να προσδιορίσει αντικειμενικά τη μέλλουσα ζημία του (π.χ. τα νέα ποσά που θα καταβάλει σ’ αυτόν ως επιδότησή του ο ασφαλιστικός του φορέας, ως προς τα οποία θα υποκατασταθεί).
Η Βιργινία Περάκη (Επίκουρη Καθηγήτρια ΔΠΘ), τόσο αρχικά σε σχόλιο της στο ΝοΒ για την ΑΠ 1445/2018, όσο αναλυτικότερα στην εξαιρετική μελέτη της: «Η παραγραφή μετά την άσκηση της αγωγής» (§ 6 σελ. 279), αφού και αυτή δέχεται ότι με την απόρριψη της αγωγής ως πρόωρης δεν επέρχεται ανατροπή της διακοπής της παραγραφής της, διατυπώνει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα λύση. Συγκεκριμένα ως πιο «συνεπή λύση» (για την αντιμετώπιση του προβλήματος της παραγραφής που μπορεί να προκύψει από την απόρριψη της αγωγής ως προώρως ασκηθείσας όταν η σχετική απόφαση εκδόθηκε μετά την συμπλήρωση πενταετίας από το ζημιογόνο γεγονός), προτείνει να γίνει δεκτό, ότι η εν λόγω απόρριψη δεν ανατρέπει την διακοπή της παραγραφής (“αφού αφενός δεν εφαρμόζεται η ΑΚ 263 § 1 και αφετέρου ούτε αποδικαστικό δεδικασμένο παράγεται, δηλαδή δεδικασμένο για την ανυπαρξία της αξίωσης”) που έλαβε χώρα με την αρχική αγωγή, η οποία μάλιστα σύμφωνα με το νέο άρθρο 261 ΑΚ κατ’ αρχήν διαρκεί μέχρι τη τελεσιδικία. Συνεπώς μέχρι τη τελεσιδικία η («πρόωρη») αξίωση αποκλείεται να έχει υποπέσει σε παραγραφή (“εκτός αν υπήρξε στασιμότητα της δίκης κατά την ΑΚ 261 § 2 εδ. α”), από τότε δε (δηλαδή από τη τελεσιδικία) η παραγραφή της μετατρέπεται σε εικοσαετή. Με άλλα λόγια, αφού μέχρι την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης η αξίωση που κρίθηκε πρόωρη, δεν είχε υποπέσει σε παραγραφή, με την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης η παραγραφή ως προς την όλη αξίωση και έτσι και ως προς αυτή (την απορριφθείσα ως προώρως ασκηθείσα), μετατρέπεται σε εικοσαετή. Επομένως –σύμφωνα με την προτεινόμενη λύση αυτή- “ο ενάγων έχει επαρκή χρόνο να επανέλθει, όταν η («πρόωρη») αξίωσή του θα έχει «ωριμάσει”.

Από την άλλη μεριά στη νομολογία του Αρείου Πάγου, ως προς το ζήτημα αυτό, ενόψει των πολλαπλών προβλημάτων που δημιουργεί η κατασκευή της απόρριψης αγωγών ως «πρόωρα ασκούμενων», κατά τη διατύπωση του νομικού σκέλους των σχετικών αποφάσεών τους, στην προσπάθειά να «δικαιολογήσουν» (;) την κρίση τους αυτή -αλλά ενδεχόμενα και να αποκλείσουν ίσως ταυτόχρονα τον εμφιλοχωρούμενο με αυτήν κίνδυνο να θεωρηθούν στη συνέχεια παραγεγραμμένες οι αξιώσεις αυτές που απορρίπτονται ως «πρόωρες» (και έτσι χωρίς όμως να έχουν απορριφθεί ως μη νόμιμες ή ως ουσιαστικά αβάσιμες, αλλά έχουσες έτσι έμμεσα κριθεί πράγματι ως “πιθανές”)- περιλαμβάνουν και αντιφάσεις, όπως την επαναλαμβανόμενη διατύπωση: «Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται, ως πρόωρη, και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί (έτσι μεταξύ άλλων και AΠ 1229/2023, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 554/2021, ΑΠ 1445/2018), διατύπωση η οποία όμως έρχεται έτσι σε αντίφαση με την προαναφερθείσα πάγια νομολογία του, κατά την οποία γίνεται δεκτό, ότι η ζημία είναι εννιαία, ανεξάρτητα από το χρόνο εμφάνισής της και αποτελεί μια ενότητα και όχι άθροισμα κατ’ ιδία ζημιών και ότι έτσι η ζημία έχει ήδη γεννηθεί από την πρόκληση του ζημιογόνου γεγονότος για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα (άλλο το ζήτημα των τυχόν «απρόβλεπτων» ζημιών, οι οποίες εκδηλώνονται σε μεταγενέστερο χρόνο). Οπότε και η «πρόωρη» ζημία έχει γεννηθεί από τότε, απλά κατά την παραδοχή του δικαστηρίου, δεν είναι δυνατός –σύμφωνα με την κρίση της ως «πρόωρης»-, ο ακριβής προσδιορισμός της, προκειμένου να είναι δυνατή η επιδίκασή της.
Επισημαίνεται, ότι με την πρόσφατη ΑΠ 1229/2023, κατά την περιλαμβανόμενη σ’ αυτήν διατύπωση ως προς τη διαφορά μεταξύ της πενταετούς παραγραφής της ΑΚ 937 και αυτής της παρ. 2 του άρθρου 10 ν. 489/1976 (όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 7 του ν. 3557/14-5-2007 και έγινε και αυτή πενταετής) -ως προς την οποία η έναρξή της δεν επηρεάζεται από την από μέρους του δικαιούχου γνώση ή άγνοια της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου-, δέχεται, ότι ως προς την παραγραφή της παρ. 2 του άρθρου 10 ν. 489/1976: «εφαρμόζεται, όμως, η διάταξη του άρθρου 251 του ΑΚ, κατά την οποία, για την έναρξη της παραγραφής, απαιτείται η αξίωση να είναι δικαστικώς επιδιώξιμη, δηλαδή εναγώγιμη. Αυτό συμβαίνει, όταν δεν υπάρχει κάποιος νομικός λόγος που να αποκλείει ή να παρεμποδίζει τη δικαστική επιδίωξη της αξίωσης. Αντιθέτως, η ύπαρξη πραγματικών εμποδίων, όπως είναι και η εκ μέρους του δικαιούχου άγνοια της γένεσης της αξίωσής του, δεν παρακωλύει την έναρξη της παραγραφής, αλλά είναι δυνατό με τη συνδρομή των σχετικών προϋποθέσεων, να αποτελεί λόγο αναστολής της».
Από την πιο πάνω ως obiter dictum διατύπωση, φαίνεται να παρέχεται η δυνατότητα για τις μέλλουσες αξιώσεις από τροχαία ατυχήματα, που απορρίπτονται ως «πρόωρες» (σε σχέση με το προκύπτον πρόβλημα ανατροπής ή μη της διακοπής της παραγραφής τους στην περίπτωση που η τελεσίδικη απόφαση έχει εκδοθεί μετά την πενταετία από το ατύχημα), να γίνει επίκληση αναλογικής εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης της ΑΚ 251, αφού με τη τελεσίδικη απόφαση έχει έμμεσα κριθεί, ότι η αξίωση αυτή είναι πράγματι πιθανή –δεν υπάρχει δεδικασμένο για την ανυπαρξία της- (και όχι απλά ενδεχόμενη, οπότε θα είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη), αλλά κατά την τελεσίδικη κρίση δεν είναι δυνατός ο προσδιορισμός της κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης, οπότε η δικαστική κρίση αυτή συνιστά το «νομικό λόγο που αποκλείει ή παρεμποδίζει τη δικαστική επιδίωξη της αξίωσης», όπως ορίζει η ΑΚ 251.

Πάντως, τόσο από τη θεωρία (ευθέως και σαφώς), όσο και από τη νομολογία (έμμεσα μεν, αλλά επίσης σαφώς, με τις προεκτεθείσες ως obiter dictum διατυπούμενες κρίσεις στις παραπάνω επικαλούμενες αποφάσεις του ΑΠ), φαίνεται –ορθά- να γίνεται δεκτό, ότι δεν είναι δίκαιο, αλλά ούτε και λογικό και αποδεκτό, μια τέτοια αξίωση που κρίθηκε και απορρίφθηκε ως «πρόωρη» (όχι όμως και ως ουσιαστικά αβάσιμη), να θεωρηθεί στη συνέχεια ως παραγεγραμμένη, με μόνο το γεγονός ότι η τελεσίδικη απόφαση που την έκρινε ως «πρόωρη» εκδόθηκε μετά την πενταετία από την πρόκληση του ατυχήματος.

XΙV. Προβληματισμό δημιουργεί έτσι η ΑΠ 1074/2022 που αφορά τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα στις 04/08/2008 και ως προς το οποίο υπήρξε η παρακάτω δικαστική διαδρομή: Για το ατύχημα αυτό ο παθών άσκησε την από 30-11-2009 αγωγή του, με την οποία διεκδικούσε εκτός των άλλων απώλεια εισοδημάτων του για το διάστημα από την επέλευση του ατυχήματος μέχρι τον Ιούνιο του 2010. Επί της αγωγής του αυτής εκδόθηκε η τελεσίδικη με αριθμό 1346/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/κης, η οποία έτσι εκδόθηκε μετά την πάροδο πέντε ετών από την πρόκληση του ατυχήματος. Ο παθών όμως στο μεταξύ, πριν την πάροδο της πεντεατίας αυτής, άσκησε και την από 25/06/2013 αγωγή του, με την οποία διεκδικούσε απώλεια εισοδημάτων για το διάστημα από τον Ιούνιο 2010 μέχρι το Δεκέμβριο 2050 (οπότε και θα συνταξιοδοτείτο). Επί της δεύτερης κατά σειρά αγωγής του αυτής εκδόθηκε η τελεσίδικη με αριθμό 73/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/κης, με την οποία του επιδικάσθηκε αποζημίωση για την απώλεια εισοδημάτων του από τον Ιούνιο 2010 μέχρι την 31/12/2016, ενώ απορρίφθηκε ως πρόωρα ασκηθείσα η αξίωση αποζημίωσής του για το μεταγενέστερο διάστημα από την 01/01/2017 μέχρι το Δεκέμβριο του 2050. Μετά την έκδοση της απόφασης αυτής, ο παθών άσκησε την από 16/03/2017, τρίτη κατά σειρά αγωγή του και διεκδικούσε (και πάλι) την απώλεια εισοδημάτων του για την χρονική περίοδο από 01/01/2017 έως το Σεπτέμβριο 2050 (οπότε και θα συνταξιοτείτο), αξίωση που κατά τα πιο πάνω με την αμέσως προηγούμενη τελεσίδικη με αριθμό 73/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/κης, είχε απορριφθεί ως «προώρως» ασκούμενη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΜΠρΘεσ/κης), κάνοντας δεκτή την ένσταση πενταετούς παραγραφής (σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 §2 του Ν. 489/1976) που πρόβαλε η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και απορρίπτοντας συγχρόνως την αντένσταση του ενάγοντος διακοπής της παραγραφής της ένδικης αξίωσης λόγω άσκησης της πιο πάνω πρώτης κατά σειρά αγωγής του εντός της πενταετίας από την ημέρα του ατυχήματος και επιμήκυνσης αυτής σε είκοσι έτη κατ’ εφαρμογή του άρθρου 268 εδ. α ΑΚ, λόγω βεβαίωσής της με τελεσίδικη απόφαση (την προαναφερθείσα με αριθμό 1346/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/κης), απέρριψε με την αιτιολογία αυτή την (τρίτη κατά σειρά) αγωγή αυτή του παθόντος. Μετά από έφεση που άσκησε ο παθών κατά της τελευταίας απόφασης αυτής, εκδόθηκε επ’ αυτής η με αριθμό 179/2019 οριστική απόφαση του του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/κης, η οποία δέχθηκε: α) ότι είναι εσφαλμένη η κρίση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η απόρριψη της αγωγής ως προώρως ασκηθείσης, αποτελεί απόρριψη αυτής για τυπικό λόγο, με συνέπεια την υποχρέωση του ενάγοντος να επανεγείρει την αγωγή του εντός 6 μηνών από την έκδοση της 73/2016 εφετειακής αποφάσεως, καθόσον η απόρριψη της αγωγής ως προώρως ασκουμένης δεν αποτελεί τυπικό λόγο απόρριψης αυτής και β) ότι η ένδικη αγωγή του ενάγοντος για την απώλεια των εισοδημάτων του από 1-1-2017 έως την 31-12-2050, δεν υπέπεσε στην προβαλλόμενη από τους εναγόμενους πενταετή παραγραφή, η οποία επιμηκύνθηκε σε εικοσαετή, κατά τη διάταξη του άρθρου 268 ΑΚ, από και δια της δημοσίευσης στις 10-6-2014 της τελεσίδικης, υπ’ αριθμόν 1346/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβαλουν στον ενάγοντα, καθένας τους τα διεκδικούμενα διαφυγόντα εισοδήματα, για το διάστημα από 01/01/2017 μέχρι την 31/12/2022, ενώ για το περαιτέρω αιτούμενο διάστημα, έως το Σεπτέμβριο 2050, απέρριψε την αγωγή ως προώρως ασκούμενη. Μετά από ασκηθείσα από τους εναγόμενους αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής, εκδόθηκε η πιο πάνω ΑΠ 1074/2022, η οποία δέχτηκε επί λέξει τα ακόλουθα: «Κρίνοντας, επομένως, το Εφετείο ότι η απόρριψη της αγωγής ως προώρως ασκηθείσας δεν αποτελεί απόρριψη αυτής για τυπικό λόγο, αλλά για ουσιαστικό και ότι συνακολούθως δεν υφίστατο υποχρέωση του ενάγοντος – αναιρεσιβλήτου επαναξετάσεως αυτής εντός εξαμήνου από την τελεσίδικη απόρριψή της, ορθώς έκρινε, σύμφωνα και με όσα αναφέρθησαν στη νομική σκέψη της παρούσας. Δεχόμενο, όμως, περαιτέρω το Εφετείο ότι η ένδικη αγωγική αξίωση δεν υπέπεσε στην προσβαλλόμενη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία πενταετή παραγραφή παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 2 του ν. 489/76 και 268 του Α.Κ. και δη των διατάξεων μεν άρθρου 10 παρ. 2 Ν. 489/1976 με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή αυτής, αν και ήταν εφαρμοστέα, του δε άρθρου 268 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτής, αν και δεν ήταν εφαρμοστέα, για τους κάτωθι λόγους. Οι ένδικες (μεταγενέστερες-μελλοντικές) αξιώσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου γεννήθηκαν στις 4-8-2008, οπότε έλαβε χώρα η αδικοπραξία και εκδηλώθηκε ο επιζήμιος χαρακτήρας της πράξεως για την όλη ζημία, που αποτελεί ενιαία απαίτηση και δεν αναγεννάται εξακολουθητικά για τη μέλλουσα ζημία, αφού από τότε επήλθαν οι παραπάνω αναφερόμενες σωματικές βλάβες και η συνεπεία αυτών ανικανότητά του για εργασία, μη ούσα επομένως απρόβλεπτη (βλ. σελ. 20 της πρωτόδικης 2564/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου). Αυτές οι μελλοντικές αξιώσεις (ένδικες), δεν είχαν καταχθεί σε δίκη με την αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη με αριθμό 1346/2014 εφετειακή απόφαση, η οποία δημοσιεύθηκε στις 10-6-2014, ήτοι μετά τη συμπλήρωση πενταετούς παραγραφής, με συνέπεια, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, να μην δύναται να γίνει λόγος για επιμήκυνση της παραγραφής σε εικοσαετή. Επομένως, πρέπει ο ως άνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να γίνει εν μέρει δεκτός ως βάσιμος».
Ο παθών όμως με βάση τα προπαρατεθέντα, εμπρόθεσμα κάθε φορά διεκδικούσε τις αξιώσεις του, αφού τόσο η πρώτη κατά σειρά αγωγή του, όσο και η δεύτερη κατά σειρά από 25/06/2013 αγωγή του, είχαν ασκηθεί πριν παρέλθει πενταετία από την επέλευση του ατυχήματος. Έτσι με την από 25/06/2013, δεύτερη κατά σειρά αγωγή του, διεκδικούσε απώλεια εισοδημάτων για το διάστημα από τον Ιούνιο 2010 μέχρι το Δεκέμβριο 2050, η δε εκδοθείσα επ’ αυτής τελεσίδικη απόφαση του με αριθμό 73/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/κης, επιδίκασε αποζημίωση για την απώλεια εισοδημάτων του από τον Ιούνιο 2010 μέχρι την 31/12/2016, ενώ απέρριψε ως πρόωρα ασκηθείσα την αξίωση αποζημίωσής του για το μεταγενέστερο διάστημα από την 01/01/2017 μέχρι το Δεκέμβριο του 2050 και περαιτέρω ο παθών με τη τρίτη κατά σειρά από 16/03/2017 αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα κατά τα πιο πάνω με αριθμό 179/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/κης, διεκδικούσε (και πάλι) την απώλεια εισοδημάτων του για την χρονική περίοδο από 01/01/2017 έως το Σεπτέμβριο 2050 (οπότε και θα συνταξιοδοτείτο), αξίωση που με την αμέσως προηγούμενη τελεσίδικη με αριθμό 73/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/κης, είχε απορριφθεί ως «προώρως» ασκούμενη. Οπότε όμως, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναπτύχθηκαν, δεν προκύπτει να έχει μεσολαβήσει ανατροπή της διακοπής της παραγραφής των παραπάνω αξιώσεων, που είχε λάβει χώρα με την άσκηση εντός της πενταετίας από την επέλευση του ένδικου ατυχήματος, της δεύτερης κατά σειρά από 25/06/2013 αγωγής του και έτσι η ένδικη αξίωση δεν υπέπεσε στην παραγραφή του άρθρου 10 § 2 του ν. 489/1976.

XV. Μετά τα παραπάνω και πέραν των πιο πάνω νομικών λύσεων («κατασκευών») που έχουν διατυπωθεί, μια ασφαλέστερη ίσως πρόταση “προθύστερης” αντιμετώπισης των προβλημάτων που εμφανίζει η διεκδίκηση των αξιώσεων που ανάγονται σε μελλοντικό χρόνο, είναι η άσκηση ως προς αυτές αναγνωριστικής αγωγής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ, με την οποία δεν είναι αναγκαίος από τούδε προσδιορισμός ορισμένου στην αγωγή ποσού, όταν μάλιστα ανακύπτουν δυσχέρειες στον καθορισμό της εκτάσεως της απαιτήσεως, χωρίς όμως από την έλλειψη αυτή να καθίσταται αόριστη η αγωγή (βλ. Κρητικός ο.π.π. σελ. 390 περ. αρ. 128, με παραπομπές σε θεωρία και νομολογία).
Έτσι και η ΑΠ 999/2021 με την οποία κρίθηκε ότι είναι ορισμένη η άσκηση μιας τέτοιας αγωγής. Ειδικότερα με την αγωγή εκείνη ο ενάγων φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως ζητούσε να αναγνωρισθεί το δικαίωμά του και η αντίστοιχη υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν σ’αυτόν μελλοντικώς αρχής γενομένης από 1-9-2008 το ποσό της μηνιαίας συντάξεως και των εισφορών που θα καταβάλει εφ’ όρου ζωής στην χήρα του ασφαλισμένου του λόγω του θανάτου του συζύγου της, το οποίο μέχρι 31.8.2008 γνωρίζει σε ποίο ποσό ανέρχεται, για τον μετέπειτα όμως χρόνο δεν γνωρίζει (και μάλιστα η αξίωσή του να αναγνωριστεί με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της καθυστερήσεως καταβολής κάθε περιοδικής παροχής μέχρι την πλήρη εξόφληση).
Όπως επισημαίνεται και στην πιο πάνω απόφαση: «είναι διαφορετικό το ζήτημα, εάν ο ενάγων Φορέας αξίωνε για το μέλλον συγκεκριμένο αριθμητικά ποσό, οπότε, στην περίπτωση αυτή, θα έπρεπε να ερευνηθεί το ορισμένο της μέλλουσας αυτής ζημίας, δηλαδή, εάν είναι βέβαιο, ότι το συγκεκριμένο αυτό ποσό ζημίας θα επέλθει και εάν είναι εφικτός ο προσδιορισμός της και σε αρνητική περίπτωση, να απορριφθεί κατ’ ουσίαν η σχετική αξίωση ή εάν η επέλευσή της εξαρτάται από αστάθμητους παράγοντες, οπότε θα έπρεπε να ερευνηθεί, αν η αξίωση αυτή ασκείται πρόωρα».-